Όταν η πεθερά μου είπε: «Τότε εσύ θα πάρεις το δάνειο» – Με μια βαλίτσα πίσω στο πατρικό
«Δήμητρα, τότε εσύ θα πάρεις το δάνειο.»
Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντήχησε στο μικρό σαλόνι της Κυψέλης σαν σφυρί. Ένιωσα το βλέμμα του Μανώλη, του άντρα μου, να αποφεύγει το δικό μου. Το πιρούνι μου έμεινε μετέωρο πάνω από το πιάτο με τα γεμιστά. Ήταν ένα συνηθισμένο βράδυ, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή.
«Μα… εγώ;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να καταλάβω αν άκουσα σωστά.
Η κυρία Ελένη σταύρωσε τα χέρια της. «Εσύ δουλεύεις τώρα, Δήμητρα. Ο Μανώλης ακόμα δεν έχει βρει κάτι σταθερό. Κάποιος πρέπει να πάρει το βάρος.»
Ο Μανώλης σήκωσε τους ώμους του, αποφεύγοντας να με κοιτάξει. «Έχει δίκιο η μάνα μου. Εσύ έχεις τη δουλειά στο φαρμακείο.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήμουν μόλις δεκαεννιά χρονών, παντρεμένη εδώ και έξι μήνες. Είχα αφήσει το πατρικό μου στη Νέα Σμύρνη για να ζήσω με τον Μανώλη και τη μητέρα του σε αυτό το στενό διαμέρισμα, πιστεύοντας πως η αγάπη μας θα ξεπερνούσε κάθε δυσκολία. Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα έπρεπε να πάρω εγώ δάνειο για να πληρώσουμε τα χρέη που είχε αφήσει ο πατέρας του Μανώλη.
«Δεν είναι δίκαιο…» ψιθύρισα ξανά, αλλά κανείς δεν απάντησε.
Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα. Άκουγα την κυρία Ελένη να μιλάει στο τηλέφωνο με τη θεία Σούλα για το πώς «η Δήμητρα πρέπει να βοηθήσει, αφού τώρα είναι μέλος της οικογένειας». Ο Μανώλης ροχάλιζε δίπλα μου, αδιάφορος για το βάρος που ένιωθα να με πλακώνει.
Την επόμενη μέρα στη δουλειά, η κυρία Μαρία, η φαρμακοποιός, με ρώτησε γιατί ήμουν χλωμή. Δεν ήξερα τι να της πω. Πώς να εξηγήσω ότι ένιωθα ξένη στο ίδιο μου το σπίτι; Ότι κάθε μέρα έπρεπε να απολογούμαι για τα πάντα: γιατί άργησα, γιατί δεν έπλυνα τα πιάτα, γιατί δεν χαμογέλασα αρκετά στην πεθερά μου;
Οι μέρες περνούσαν και το θέμα του δανείου επέστρεφε ξανά και ξανά στο τραπέζι. Η κυρία Ελένη γινόταν όλο και πιο πιεστική. Ο Μανώλης όλο και πιο αδιάφορος. Ένα βράδυ, όταν γύρισα κουρασμένη από τη δουλειά, βρήκα την πεθερά μου να ψάχνει τα χαρτιά μου.
«Τι κάνετε;» τη ρώτησα ξαφνιασμένη.
«Ψάχνω το εκκαθαριστικό σου. Πρέπει να πάμε στην τράπεζα αύριο.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. «Δεν θέλω να πάρω εγώ το δάνειο!» φώναξα.
Η κυρία Ελένη με κοίταξε ψυχρά. «Αν δεν βοηθήσεις εσύ, ποιος θα βοηθήσει; Εδώ μέσα όλοι μαζί ζούμε!»
Ο Μανώλης μπήκε στο δωμάτιο εκείνη τη στιγμή. «Δήμητρα, μην κάνεις έτσι. Είναι για το καλό μας.»
«Για το καλό μας ή για το καλό της μάνας σου;»
Η ατμόσφαιρα πάγωσε. Η κυρία Ελένη σηκώθηκε όρθια και με κοίταξε με βλέμμα που σκότωνε.
«Αν δεν σου αρέσει εδώ, μπορείς να φύγεις!»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Πήγα στο δωμάτιό μας, μάζεψα λίγα ρούχα σε μια βαλίτσα και κάλεσα ταξί. Ο Μανώλης ούτε που σηκώθηκε από τον καναπέ.
Στο ταξί προς τη Νέα Σμύρνη, κοίταζα τα φώτα της πόλης και αναρωτιόμουν πώς έφτασα ως εδώ. Πώς γίνεται η αγάπη να μετατρέπεται σε φυλακή; Πώς γίνεται ο άνθρωπος που αγαπάς να γίνεται ξένος;
Η μητέρα μου άνοιξε την πόρτα και με αγκάλιασε χωρίς ερωτήσεις. Ο πατέρας μου καθόταν στον καναπέ και διάβαζε εφημερίδα.
«Γύρισες;» είπε απλά.
«Δεν άντεξα άλλο…» ψιθύρισα.
Η μητέρα μου με πήρε αγκαλιά και με άφησε να κλάψω όσο χρειαζόμουν. Την επόμενη μέρα ξύπνησα στο παιδικό μου δωμάτιο, ανάμεσα σε αφίσες που είχα κολλήσει όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Ένιωθα ντροπή και ανακούφιση μαζί.
Ο Μανώλης δεν με πήρε ποτέ τηλέφωνο. Η κυρία Ελένη έστειλε ένα μήνυμα: «Ελπίζω να είσαι ευχαριστημένη τώρα.»
Οι μέρες περνούσαν αργά. Η μητέρα μου προσπαθούσε να με κάνει να μιλήσω, ο πατέρας μου έκανε πως δεν συνέβη τίποτα. Οι φίλες μου με ρωτούσαν τι έγινε και αν θα γυρίσω πίσω στον Μανώλη.
«Δεν ξέρω…» απαντούσα κάθε φορά.
Ένα απόγευμα πήγα βόλτα στη θάλασσα στη Φλοίσβο. Κοίταξα τα κύματα και σκέφτηκα όλα όσα είχα θυσιάσει για έναν γάμο που δεν ήταν δικός μου – ήταν της πεθεράς μου, του άντρα μου, όλων εκτός από εμένα.
Την επόμενη εβδομάδα βρήκα δουλειά σε ένα άλλο φαρμακείο στη γειτονιά. Η ζωή άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει ρυθμό. Η μητέρα μου έλεγε πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο.
Κάποιες νύχτες όμως ξυπνάω ακόμα ιδρωμένη από εφιάλτες: βλέπω την κυρία Ελένη να ψάχνει τα χαρτιά μου, τον Μανώλη να κάθεται αμίλητος στον καναπέ.
Σκέφτομαι συχνά: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν παρόμοια; Πόσες θυσιάζουν τα όνειρά τους για μια οικογένεια που δεν τις αποδέχεται ποτέ πραγματικά;
Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα έκανα τις ίδιες επιλογές; Ή μήπως τελικά η αγάπη δεν είναι ποτέ αρκετή όταν δεν υπάρχει σεβασμός;
Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ ξένοι μέσα στην ίδια σας την οικογένεια;