«Μάνα, γιατί να συμβεί σε μένα;» – Η ιστορία μου με τον κύριο Στέλιο, τον γείτονα, και πώς η πίστη με λύτρωσε

«Τι είναι πάλι αυτό; Ποιος σου τα έφερε αυτά τα λουλούδια;» φώναξε ο Νίκος, ο άντρας μου, μόλις μπήκε στο σπίτι και είδε το μπουκέτο πάνω στο τραπέζι. Η φωνή του αντήχησε στους τοίχους του μικρού μας διαμερίσματος στη Νέα Ιωνία. Τα χέρια του έτρεμαν από θυμό και τα μάτια του είχαν εκείνο το σκοτεινό βλέμμα που με τρόμαζε κάθε φορά.

«Δεν ξέρω, Νίκο. Ήταν έξω από την πόρτα όταν γύρισα από τη δουλειά. Δεν γράφει τίποτα η κάρτα», ψέλλισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Ήξερα όμως. Ήξερα πολύ καλά ποιος τα είχε αφήσει. Ο κύριος Στέλιος, ο γείτονας από τον τρίτο, είχε αρχίσει εδώ και λίγες εβδομάδες να μου κάνει περίεργες χειρονομίες. Πρώτα ήταν ένα χαμόγελο στο ασανσέρ, μετά ένα «καλημέρα» που κράταγε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Τώρα, λουλούδια.

«Μη μου λες ψέματα! Κάτι τρέχει εδώ πέρα! Δεν είμαι χαζός!» Ο Νίκος άρπαξε το μπουκέτο και το πέταξε στον κάδο. Ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε από ντροπή και φόβο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να του πω την αλήθεια; Να του πω ότι ο κύριος Στέλιος με κοιτάει περίεργα; Ή μήπως θα γινόταν χειρότερα;

Το ίδιο βράδυ, ξάπλωσα στο κρεβάτι με τα μάτια ανοιχτά. Ο Νίκος ροχάλιζε δίπλα μου, αλλά εγώ δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Σκεφτόμουν τη μάνα μου, που πάντα έλεγε: «Όταν έχεις πρόβλημα, προσευχήσου. Ο Θεός ακούει». Έπιασα το κομποσκοίνι που είχα κάτω από το μαξιλάρι και ψιθύρισα μια προσευχή. «Θεέ μου, δώσε μου δύναμη. Μην αφήσεις να διαλυθεί το σπίτι μου».

Τις επόμενες μέρες, ο κύριος Στέλιος έγινε πιο τολμηρός. Μια μέρα με σταμάτησε στη σκάλα.

«Ελένη, συγγνώμη αν σε φέρνω σε δύσκολη θέση… Απλώς ήθελα να σου πω ότι είσαι πολύ όμορφη γυναίκα. Ο άντρας σου είναι τυχερός», είπε χαμηλόφωνα, με ένα βλέμμα που με έκανε να νιώσω γυμνή.

«Σας παρακαλώ, κύριε Στέλιο, μην το ξανακάνετε αυτό. Είμαι παντρεμένη», του απάντησα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα και έτρεξα στο διαμέρισμά μου.

Το βράδυ δεν άντεξα και το είπα στη φίλη μου τη Μαρία στο τηλέφωνο.

«Ελένη, πρέπει να το πεις στον Νίκο! Δεν μπορείς να ζεις έτσι!»

«Και αν δεν με πιστέψει; Αν νομίζει ότι φταίω εγώ; Ξέρεις πώς είναι…»

Η Μαρία αναστέναξε. «Ξέρω… Αλλά δεν μπορείς να το κρατάς μέσα σου. Θα σκάσεις».

Οι μέρες περνούσαν και η κατάσταση χειροτέρευε. Ο Νίκος είχε γίνει καχύποπτος για τα πάντα. Έλεγχε το κινητό μου, ρωτούσε πού ήμουν κάθε λεπτό. Μια φορά γύρισα δέκα λεπτά αργότερα από τη δουλειά και με περίμενε στην πόρτα.

«Πού ήσουν; Με ποιον μιλούσες;»

«Είχε κίνηση στον Κηφισό…»

«Μην παίζεις μαζί μου!»

Ένιωθα φυλακισμένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Τα βράδια προσευχόμουν όλο και πιο έντονα. Ζήταγα από τον Θεό να με βοηθήσει να βρω μια λύση χωρίς να διαλυθεί η οικογένειά μου.

Μια μέρα, καθώς έβγαζα τα σκουπίδια, ο κύριος Στέλιος με πλησίασε ξανά.

«Ελένη, δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση… Αλλά αν ποτέ θελήσεις να μιλήσεις ή να πιούμε έναν καφέ…»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Σας παρακαλώ! Μην με ξαναενοχλήσετε!» του φώναξα δυνατά αυτή τη φορά. Μπήκα στο ασανσέρ τρέμοντας.

Το ίδιο βράδυ, ο Νίκος βρήκε ένα μήνυμα στο κινητό μου από τη Μαρία: «Πρόσεχε τον γείτονα». Άρχισε να ουρλιάζει.

«Σου είπα! Κάτι τρέχει! Με κοροϊδεύεις!»

Προσπάθησα να του εξηγήσω, αλλά δεν άκουγε τίποτα. Έσπασε ένα ποτήρι στον τοίχο και βγήκε από το σπίτι χτυπώντας την πόρτα.

Έμεινα μόνη μου στο σαλόνι να κλαίω. Ένιωθα ότι όλα κατέρρεαν γύρω μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και τα χέρια μου έτρεμαν. Πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου.

«Μάνα… Δεν αντέχω άλλο…»

Η φωνή της ήταν ήρεμη αλλά σταθερή: «Παιδί μου, μην αφήνεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις έτσι. Ούτε τον άντρα σου, ούτε τον γείτονα. Πάρε δύναμη από την πίστη σου και κάνε αυτό που πρέπει για σένα».

Την επόμενη μέρα πήγα στην εκκλησία της γειτονιάς. Άναψα ένα κερί και κάθισα σε μια γωνιά. Έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου. Ζήτησα από τον Θεό να με βοηθήσει να βρω το θάρρος που χρειαζόμουν.

Γύρισα σπίτι αποφασισμένη. Όταν ήρθε ο Νίκος το βράδυ, του μίλησα ήρεμα αλλά αποφασιστικά.

«Νίκο, πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά. Ο κύριος Στέλιος με ενοχλεί εδώ και καιρό. Δεν φταίω εγώ για τίποτα. Αν δεν με πιστεύεις ή αν νομίζεις ότι έχω κάνει κάτι λάθος, τότε δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε έτσι».

Ο Νίκος έμεινε άφωνος για λίγο. Μετά κάθισε στον καναπέ και έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του.

«Συγγνώμη… Δεν ήξερα… Απλώς φοβήθηκα μην σε χάσω…»

Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα ότι κάτι άλλαζε μέσα μας. Του πρότεινα να πάμε μαζί σε έναν σύμβουλο γάμου της ενορίας μας. Δέχτηκε διστακτικά.

Οι επόμενες εβδομάδες ήταν δύσκολες αλλά λυτρωτικές. Μιλήσαμε πολύ, κλάψαμε ακόμα περισσότερο. Ο Νίκος κατάλαβε πόσο είχε πληγώσει την εμπιστοσύνη ανάμεσά μας και προσπάθησε να αλλάξει.

Όσο για τον κύριο Στέλιο, πήγα στην αστυνομία και του έγινε σύσταση να μην με ξαναενοχλήσει ποτέ.

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, νιώθω ευγνωμοσύνη που βρήκα τη δύναμη μέσα από την πίστη μου να σταθώ όρθια. Η οικογένειά μου δεν διαλύθηκε – αντίθετα, βγήκαμε πιο δυνατοί μέσα από αυτή τη δοκιμασία.

Αναρωτιέμαι όμως: Πόσες γυναίκες ζουν παρόμοιες στιγμές σιωπής και φόβου; Πόσοι άντρες αφήνουν τη ζήλια να καταστρέψει όσα αγαπούν; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;