«Δεν είμαι η υπηρέτριά σου!» – Μια μέρα που άλλαξε τη ζωή μου και τη σχέση μου με την οικογένειά μου
«Δεν είμαι η υπηρέτριά σου, Νίκο! Καθάρισέ το μόνος σου!»
Η φωνή της Μαρίας αντήχησε στο μικρό μας διαμέρισμα στην Καλλιθέα, σαν να έσπασε κάτι αόρατο ανάμεσά τους. Στεκόμουν στην πόρτα της κουζίνας, κρατώντας τον μικρό Γιωργάκη στην αγκαλιά μου, και ένιωθα το στομάχι μου να σφίγγεται. Το πάτωμα ήταν γεμάτο δημητριακά – πολύχρωμα, τσαλαπατημένα, σκορπισμένα παντού. Ο εγγονός μου, μόλις δεκατεσσάρων μηνών, είχε βρει το κουτί και το είχε αναποδογυρίσει με ενθουσιασμό, ενώ ο Νίκος, ο γιος μου, καθόταν στον καναπέ με το κινητό του.
«Μαρία, σε παρακαλώ, έχω δουλειά τώρα. Δεν μπορείς να το μαζέψεις εσύ;» είπε εκείνος χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια του.
Η Μαρία γύρισε και με κοίταξε. Για μια στιγμή νόμιζα πως θα κλάψει. Ήταν κουρασμένη – το έβλεπα στα μάτια της, στις κινήσεις της. Δούλευε όλη μέρα σε ένα φροντιστήριο, μετά έτρεχε σπίτι να προλάβει το παιδί, το φαγητό, τα πάντα. Ο Νίκος… ο Νίκος ήταν πάντα λίγο «απών». Από μικρός είχε μάθει πως η μαμά θα τα φροντίσει όλα. Κι εγώ, η μαμά του, ήμουν πάντα εκεί. Ίσως φταίω κι εγώ.
«Δεν είναι δική μου δουλειά! Εσύ το άφησες έτσι!» ξέσπασε η Μαρία.
Ο Γιωργάκης άρχισε να κλαίει. Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να τον ηρεμήσω. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Θυμήθηκα τον άντρα μου, τον Παναγιώτη – πόσες φορές είχα μαζέψει εγώ τα δικά του «δημητριακά», τα δικά του λάθη και παραλείψεις; Πόσες φορές είχα καταπιεί τα λόγια μου για να μην υπάρξει φασαρία;
«Νίκο, σήκω και καθάρισε!» είπα αυστηρά.
Με κοίταξε έκπληκτος, σαν να μην πίστευε ότι του μιλούσα έτσι μπροστά στη γυναίκα του.
«Μαμά…» ψέλλισε.
«Σήκω!» επανέλαβα. Η φωνή μου δεν σήκωνε αντίρρηση.
Η Μαρία με κοίταξε ευγνωμονούσα, αλλά και λίγο ντροπιασμένη. Ήξερε πως δεν ήθελα να ανακατεύομαι στα δικά τους, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν άντεξα άλλο. Ο Νίκος σηκώθηκε βαριεστημένα και άρχισε να μαζεύει τα δημητριακά με μια σκούπα. Ο Γιωργάκης σταμάτησε να κλαίει και άρχισε να παρακολουθεί τον πατέρα του με περιέργεια.
Η ένταση όμως δεν έφυγε από το δωμάτιο. Η Μαρία πήγε στο υπνοδωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Έμεινα μόνη με τον Νίκο και τον μικρό.
«Τι έγινε ρε μαμά; Γιατί κάνεις έτσι;»
Τον κοίταξα στα μάτια. Ήταν ακόμα το παιδί μου, αλλά πια ήταν και πατέρας. Έπρεπε να μεγαλώσει.
«Γιατί δεν είναι δουλειά της Μαρίας να μαζεύει τα πάντα. Είσαι πατέρας, σύζυγος… όχι φιλοξενούμενος.»
Σιώπησε. Δεν απάντησε. Άκουγα μόνο τον ήχο της σκούπας και την ανάσα του Γιωργάκη που είχε κουρνιάσει πάνω μου.
Το βράδυ, όταν ο μικρός κοιμήθηκε, βρήκα τη Μαρία στο μπαλκόνι. Κρατούσε ένα τσιγάρο – κάτι που έκανε μόνο όταν ήταν πολύ πιεσμένη.
«Συγγνώμη για πριν…» της είπα διστακτικά.
Με κοίταξε με κόκκινα μάτια.
«Δεν αντέχω άλλο, κυρία Ελένη… Νιώθω πως είμαι μόνη μου σε όλα. Ο Νίκος… δεν καταλαβαίνει. Νομίζει πως όλα είναι αυτονόητα.»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Ήθελα να την αγκαλιάσω, αλλά δίστασα.
«Κι εγώ φταίω…» παραδέχτηκα σιγανά. «Τον μεγάλωσα έτσι. Πάντα του τα έδινα όλα έτοιμα.»
Η Μαρία χαμογέλασε πικρά.
«Όλες οι μάνες έτσι κάνουν στην Ελλάδα…» είπε. «Μετά όμως οι γυναίκες τους πληρώνουν το τίμημα.»
Σιωπήσαμε για λίγο. Άκουγα τα αυτοκίνητα στον δρόμο, τις φωνές από το διπλανό διαμέρισμα – μια άλλη οικογένεια που μάλωνε για κάτι ασήμαντο ίσως.
«Θέλεις να φύγω;» τη ρώτησα ξαφνικά.
Με κοίταξε ξαφνιασμένη.
«Όχι… Αλλά θέλω να μιλήσετε οι δυο σας. Να του πείτε πώς νιώθετε κι εσείς.»
Το ίδιο βράδυ κάθισα με τον Νίκο στην κουζίνα. Είχε τελειώσει τις δουλειές του – ή έτσι έλεγε πάντα όταν ήθελε να αποφύγει συζητήσεις.
«Νίκο… Θέλω να σου μιλήσω σαν μάνα, αλλά και σαν γυναίκα που έχει περάσει όσα περνάει τώρα η Μαρία.»
Με κοίταξε αμήχανα.
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι όταν ήσουν μικρός, δεν σε άφηνα να κάνεις τίποτα μόνος σου. Σου έστρωνα το κρεβάτι, σου μάζευα τα ρούχα, σου έφτιαχνα το φαγητό… Όλα εγώ. Και τώρα περιμένεις από τη Μαρία να κάνει τα ίδια.»
Σιώπησε για λίγο.
«Δεν το είχα σκεφτεί έτσι…» είπε χαμηλόφωνα.
«Η Μαρία δεν είναι υπηρέτριά σου. Είναι η γυναίκα σου. Κι εσύ ο άντρας της – ο πατέρας του παιδιού σας.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Θα προσπαθήσω…» ψιθύρισε.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα νωρίς από τις φωνές του Γιωργάκη που γελούσε στην κουζίνα. Πήγα δειλά να δω τι συμβαίνει – ο Νίκος είχε φορέσει ποδιά και μαζί με τον μικρό καθάριζαν κάτι ψίχουλα από το τραπέζι. Η Μαρία στεκόταν στην πόρτα και τους κοιτούσε χαμογελώντας διστακτικά.
Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα μια ελπίδα να γεννιέται μέσα στο σπίτι μας.
Το βράδυ κάθισα μόνη στο μπαλκόνι και σκέφτηκα όλα όσα είχαν γίνει. Πόσο εύκολα μπορεί μια χούφτα δημητριακά να γίνει αφορμή για να ξεσπάσουν χρόνια προβλήματα; Πόσες φορές αφήνουμε τα μικρά πράγματα να γίνουν βουνό;
Αναρωτιέμαι: Εμείς οι μάνες μεγαλώνουμε γιους ή άντρες; Και πόσο δύσκολο είναι τελικά να αλλάξουμε όσα θεωρούμε δεδομένα; Τι λέτε εσείς;