«Μαμά, γιατί δεν μπορώ να βρω τον σωστό;» – Η ιστορία μιας γυναίκας που παλεύει με τον έρωτα στην Ελλάδα του σήμερα

«Πάλι μόνη σου;» Η φωνή της μητέρας μου αντήχησε στο μικρό σαλόνι, διαπερνώντας τον αέρα σαν μαχαίρι. Ήταν Κυριακή μεσημέρι, το τραπέζι στρωμένο με γεμιστά και φέτα, κι εγώ απέναντί της, με το πιρούνι να παγώνει στο χέρι μου.

«Μαμά, σε παρακαλώ…» ψιθύρισα, νιώθοντας το βλέμμα της να με καρφώνει.

«Δεν καταλαβαίνω, Μαρία. Όλες οι φίλες σου έχουν παντρευτεί, έχουν παιδιά. Εσύ; Τι περιμένεις;»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στα μάγουλά μου. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Πώς να της εξηγήσω ότι δεν είναι τόσο απλό; Ότι κάθε φορά που γνώριζα κάποιον, κάτι μέσα μου έσπαγε;

Η αλήθεια είναι πως πάντα ένιωθα διαφορετική. Από το σχολείο ακόμα, όταν οι φίλες μου μιλούσαν για αγόρια, εγώ σκεφτόμουν πώς θα ήταν να ταξιδεύω μόνη μου στη Σαντορίνη ή να διαβάζω βιβλία κάτω από μια ελιά. Όμως μεγαλώνοντας, η μοναξιά έγινε βάρος. Κι όσο κι αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι καλά μόνη, κάθε φορά που έβλεπα ζευγάρια να περπατούν χέρι-χέρι στην παραλία της Θεσσαλονίκης, κάτι μέσα μου ράγιζε.

Το χειρότερο ήταν οι οικογενειακές συγκεντρώσεις. Η θεία Ελένη πάντα με ρωτούσε με εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο: «Κανένα νέο από το μέτωπο;» Κι ο πατέρας μου, σιωπηλός αλλά απογοητευμένος, απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια.

Έβγαινα ραντεβού – φυσικά και έβγαινα. Ο Γιώργος, ο Νίκος, ο Στέλιος… Όλοι καλοί άνθρωποι, αλλά τίποτα δεν κρατούσε. Ο Γιώργος ήθελε να μετακομίσει στο εξωτερικό. Ο Νίκος ήθελε παιδιά «χτες». Ο Στέλιος δεν ήξερε τι ήθελε. Κι εγώ; Εγώ ήθελα κάποιον να με καταλαβαίνει. Να μην χρειάζεται να προσποιούμαι ότι είμαι κάποια άλλη για να του αρέσω.

Μια φορά θυμάμαι, βγήκα με τον Μάνο. Ήταν καλοκαίρι, καθόμασταν σε ένα μπαράκι στην Καλαμαριά. Μιλούσαμε για μουσική, για ταινίες, για ταξίδια. Για μια στιγμή νόμισα ότι ίσως… Αλλά όταν του είπα ότι δουλεύω ακόμα σε βιβλιοπωλείο και δεν έχω σταθερή δουλειά, το βλέμμα του σκοτείνιασε.

«Και πώς τα βγάζεις πέρα;» με ρώτησε.

«Όπως όλοι», απάντησα αμήχανα.

Δεν ξαναεπικοινώνησε ποτέ.

Κάθε φορά που κάτι τέτοιο συνέβαινε, γύριζα σπίτι και έκλαιγα σιωπηλά στο μαξιλάρι μου. Η μητέρα μου άκουγε τα κλάματα και ερχόταν να με παρηγορήσει – αλλά πάντα κατέληγε στην ίδια ερώτηση: «Τι κάνεις λάθος;»

Άρχισα να πιστεύω ότι ίσως όντως κάνω κάτι λάθος. Ίσως είμαι πολύ απαιτητική. Ίσως δεν είμαι αρκετά όμορφη ή επιτυχημένη. Ίσως η Ελλάδα δεν είναι για γυναίκες σαν εμένα – γυναίκες που θέλουν κάτι παραπάνω από έναν γάμο και παιδιά.

Μια μέρα, μετά από έναν ακόμα αποτυχημένο ραντεβού, ξέσπασα στη μητέρα μου:

«Γιατί πρέπει να βρω κάποιον; Γιατί δεν μπορώ απλά να είμαι εγώ;»

Με κοίταξε για πρώτη φορά χωρίς επικριτικό βλέμμα. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

«Γιατί φοβάμαι για σένα», είπε σιγανά. «Φοβάμαι μην μείνεις μόνη.»

Τότε κατάλαβα. Δεν ήταν μόνο οι κοινωνικές πιέσεις – ήταν ο φόβος της μοναξιάς που την έκανε τόσο αυστηρή μαζί μου.

Αλλά εγώ ήδη ένιωθα μόνη. Μόνη ανάμεσα σε ζευγάρια, μόνη ανάμεσα σε φίλες που μιλούσαν μόνο για τα παιδιά τους και τους άντρες τους. Μόνη ακόμα και όταν ήμουν με κάποιον που δεν με καταλάβαινε.

Άρχισα να γράφω ημερολόγιο. Να καταγράφω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου. Έγραφα για τις ελπίδες μου, τους φόβους μου, τα όνειρά μου. Μια μέρα τόλμησα να διαβάσω ένα απόσπασμα στη μητέρα μου:

«Δεν θέλω να παντρευτώ απλά για να μην είμαι μόνη. Θέλω να αγαπήσω και να αγαπηθώ αληθινά.»

Έμεινε σιωπηλή για ώρα. Μετά με αγκάλιασε σφιχτά.

«Συγγνώμη αν σε πίεσα», ψιθύρισε.

Από τότε η σχέση μας άλλαξε λίγο. Δεν σταμάτησε ποτέ να ανησυχεί – αλλά άρχισε να με ακούει περισσότερο.

Οι μέρες περνούσαν κι εγώ συνέχισα να ψάχνω τον εαυτό μου μέσα από μικρές χαρές: έναν περίπατο στην Άνω Πόλη, ένα καφέ με τη φίλη μου τη Σοφία που επίσης ήταν μόνη και κουρασμένη από τα ίδια ερωτήματα.

Μια μέρα η Σοφία μού είπε:

«Ξέρεις τι κατάλαβα; Ότι δεν φταίμε εμείς που δεν βρίσκουμε τον σωστό. Φταίει που όλοι γύρω μας μας λένε ότι πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε κάποιον.»

Γελάσαμε πικρά. Αλλά είχε δίκιο.

Άρχισα να βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Να μην νιώθω ενοχές που είμαι μόνη. Να απολαμβάνω τις στιγμές με τον εαυτό μου. Να μην φοβάμαι τη μοναξιά – γιατί τελικά είναι προτιμότερη από το να είσαι με κάποιον που δεν σε γεμίζει.

Κάποια στιγμή γνώρισα τον Δημήτρη – έναν άντρα διαφορετικό από όσους είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Δεν είχε σταθερή δουλειά, ούτε αυτοκίνητο, ούτε μεγάλα όνειρα για οικογένεια και παιδιά. Αλλά είχε καλοσύνη στα μάτια του και χιούμορ που έκανε την καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα.

Βγήκαμε αρκετές φορές. Μιλούσαμε ώρες για τα πάντα – από πολιτική μέχρι ποίηση και τα προβλήματα της καθημερινότητας στην Ελλάδα: την ανεργία, τα νοίκια που ανεβαίνουν συνεχώς, το άγχος για το αύριο.

Μια μέρα του είπα:

«Ξέρεις… φοβάμαι ότι δεν θα βρω ποτέ αυτό που ψάχνω.»

Με κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε γλυκά:

«Ίσως αυτό που ψάχνεις είναι ήδη εδώ.»

Δεν ξέρω αν ο Δημήτρης είναι «ο σωστός». Ξέρω όμως ότι μαζί του νιώθω ελεύθερη να είμαι ο εαυτός μου – χωρίς προσποιήσεις, χωρίς φόβο μήπως δεν αρέσω αρκετά.

Η μητέρα μου ακόμα ανησυχεί – αλλά τώρα χαμογελάει όταν μιλάω για εκείνον.

Και εγώ; Εγώ έμαθα πως η αγάπη δεν είναι προορισμός αλλά ταξίδι. Και πως η μεγαλύτερη αγάπη είναι αυτή που δίνουμε πρώτα στον εαυτό μας.

Αναρωτιέμαι: Πόσες από εσάς νιώθετε έτσι; Πόσες παλεύετε ανάμεσα στις προσδοκίες των άλλων και τις δικές σας ανάγκες; Θα ήθελα πολύ να ακούσω τις δικές σας ιστορίες…