Ο πεθερός μου διέλυσε το γάμο μας: Η ιστορία μιας οικογένειας στη Θεσσαλονίκη
«Πάλι εδώ;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου χαμηλή, ενώ ο ήχος από τα κλειδιά του πεθερού μου αντηχούσε στην είσοδο. Ήταν η τρίτη φορά αυτή την εβδομάδα που ερχόταν απρόσκλητος. Η Μαρία, η γυναίκα μου, έτρεξε να τον υποδεχτεί με ένα χαμόγελο που είχε αρχίσει να με πληγώνει. «Μπαμπά, έλα! Έφτιαξα γεμιστά, όπως σου αρέσουν!»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Από τότε που μετακομίσαμε στη Θεσσαλονίκη, νόμιζα πως θα ξεκινούσαμε μια καινούρια ζωή, μακριά από τις παλιές συνήθειες και τα οικογενειακά βάρη. Είχαμε αφήσει πίσω το μικρό μας διαμέρισμα στην Καλαμαριά και βρήκαμε ένα όμορφο σπίτι στην Τούμπα. Η Μαρία βρήκε δουλειά σε ένα φαρμακείο, εγώ σε μια εταιρεία πληροφορικής. Ήμασταν ενθουσιασμένοι. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Στην αρχή, οι επισκέψεις του πεθερού μου, του κυρίου Στέλιου, ήταν σπάνιες και ευχάριστες. Έφερνε φρέσκα λαχανικά από το χωριό, μας έλεγε ιστορίες από τα νιάτα του, γελούσαμε όλοι μαζί. Όμως, όσο περνούσαν οι μήνες, οι επισκέψεις του έγιναν καθημερινές. Άρχισε να σχολιάζει τα πάντα: πώς μαγειρεύει η Μαρία, πώς ντύνομαι εγώ, ακόμα και πώς διακοσμήσαμε το σπίτι. «Αυτή η κουρτίνα δεν ταιριάζει εδώ», έλεγε με ύφος αυθεντίας. «Στην εποχή μου, οι άντρες δεν κάθονταν στον καναπέ όλη μέρα.»
Ένα βράδυ, μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά, βρήκα τον κύριο Στέλιο να κάθεται στη θέση μου στο τραπέζι. Η Μαρία του σέρβιρε φαγητό με τόση φροντίδα που ένιωσα ξένος στο ίδιο μου το σπίτι. Προσπάθησα να της μιλήσω αργότερα.
«Μαρία, πρέπει να βάλουμε κάποια όρια. Δεν γίνεται να έρχεται κάθε μέρα ο πατέρας σου.»
Με κοίταξε με μάτια γεμάτα απορία και θυμό. «Είναι μόνος του από τότε που πέθανε η μαμά. Θέλει παρέα. Δεν μπορώ να του το αρνηθώ.»
«Κι εγώ; Εμείς; Δεν έχουμε ανάγκη από λίγο χρόνο οι δυο μας;»
«Υπερβάλλεις», είπε ψυχρά. «Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να φύγεις.»
Τα λόγια της με χτύπησαν σαν μαχαίρι. Δεν είχα σκοπό να φύγω, αλλά ένιωθα πως ήδη με είχαν διώξει από τη ζωή της.
Οι μέρες περνούσαν και η κατάσταση χειροτέρευε. Ο πεθερός μου άρχισε να φέρνει μαζί του φίλους του από το καφενείο. Το σπίτι μας γέμιζε φωνές, τσιγάρα και πολιτικές συζητήσεις που κρατούσαν ως αργά τη νύχτα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν μπορούσα να δουλέψω ήσυχα στο γραφείο μου. Μια μέρα γύρισα σπίτι και βρήκα τον κύριο Στέλιο να ψάχνει στα συρτάρια μου.
«Τι κάνετε εκεί;» ρώτησα έντονα.
«Ψάχνω για ένα στυλό», απάντησε αδιάφορα.
Η Μαρία μπήκε στο δωμάτιο και με κοίταξε αυστηρά. «Μην του μιλάς έτσι! Είναι ο πατέρας μου.»
Άρχισα να απομακρύνομαι από τη Μαρία. Δεν ήθελα να γυρίζω σπίτι. Έμενα παραπάνω στη δουλειά ή πήγαινα για μπύρες με τον φίλο μου τον Νίκο στην παραλία. Εκείνος με άκουγε υπομονετικά.
«Ρε Γιάννη, πρέπει να της μιλήσεις ξανά. Δεν γίνεται να ζεις έτσι.»
«Το προσπάθησα», απάντησα πικρά. «Δεν θέλει να καταλάβει.»
Μια μέρα γύρισα σπίτι και βρήκα τον πεθερό μου να έχει καλέσει όλη την οικογένεια για τραπέζι χωρίς να με ρωτήσει κανείς. Η Μαρία έτρεχε στην κουζίνα, τα παιδιά της αδερφής της έπαιζαν με τα πράγματά μου στο σαλόνι. Ένιωθα σαν φιλοξενούμενος στο ίδιο μου το σπίτι.
Το βράδυ εκείνο ξέσπασα.
«Δεν αντέχω άλλο! Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι καφενείο! Θέλω τη ζωή μας πίσω!»
Η Μαρία με κοίταξε σαν να ήμουν τρελός.
«Αν έχεις πρόβλημα με την οικογένειά μου, έχεις πρόβλημα και μαζί μου.»
Έφυγα από το σπίτι εκείνο το βράδυ και πήγα στον Νίκο.
«Θα χωρίσουμε», του είπα σχεδόν ψιθυριστά.
«Μην το λες αυτό», προσπάθησε να με παρηγορήσει.
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα ξανά να μιλήσω στη Μαρία. Της πρότεινα να πάμε σε σύμβουλο γάμου, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά.
«Δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε», είπε ψυχρά.
Άρχισα να νιώθω ότι πνίγομαι. Η μοναξιά μέσα στο ίδιο μου το σπίτι ήταν χειρότερη από οποιαδήποτε μοναξιά είχα νιώσει ποτέ.
Μια μέρα γύρισα σπίτι και βρήκα τα πράγματά μου μαζεμένα σε δύο βαλίτσες δίπλα στην πόρτα.
«Ο πατέρας μου θα μείνει μαζί μας για λίγο», είπε η Μαρία χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια. «Καλύτερα να φύγεις.»
Έφυγα χωρίς να πω λέξη. Περπάτησα όλη τη νύχτα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, προσπαθώντας να καταλάβω πού έκανα λάθος.
Τώρα μένω μόνος σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Άνω Πόλη. Η σιωπή είναι βαριά, αλλά τουλάχιστον είναι δική μου. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικά ή αν ήταν όλα γραμμένα από την αρχή.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πιστεύετε ότι μια οικογένεια μπορεί πραγματικά να ξεκινήσει από την αρχή όταν οι παλιές ρίζες είναι τόσο βαθιές;