«Μαμά, δεν αντέχω άλλο»: Η ιστορία μου για το πώς είναι να ζεις με τη γηραιά μητέρα σου στην Ελλάδα του σήμερα
«Πάλι άργησες, Ελένη. Πού ήσουν;»
Η φωνή της μητέρας μου, της Μαρίας, διαπερνάει τον αέρα του μικρού μας διαμερίσματος στην Κυψέλη. Τα χέρια μου τρέμουν καθώς αφήνω τα ψώνια στον πάγκο. Δεν απαντώ αμέσως. Ξέρω πως ό,τι κι αν πω, θα είναι λάθος.
«Στο σούπερ μάρκετ, μαμά. Είχε ουρά.»
«Όλο δικαιολογίες. Αν ήσουν παντρεμένη, θα έκανες έτσι;»
Σφίγγω τα δόντια μου. Είμαι 43 χρονών και ζω ακόμα με τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου πέθανε ξαφνικά από έμφραγμα πριν δέκα χρόνια. Τότε γύρισα πίσω στο πατρικό για να τη φροντίσω. Ήταν προσωρινό, είπα στον εαυτό μου. Αλλά το προσωρινό έγινε μόνιμο. Κάθε μέρα που περνάει, νιώθω να χάνω λίγο από τον εαυτό μου.
Η μαμά δεν ήταν ποτέ εύκολη. Πάντα αυστηρή, πάντα με μια κριτική έτοιμη στα χείλη της. Όταν ήμουν μικρή, ήθελα να φύγω μακριά της. Να σπουδάσω στη Θεσσαλονίκη, να ζήσω μόνη μου, να κάνω τη δική μου ζωή. Αλλά η κρίση ήρθε, τα λεφτά δεν έφταναν, και τελικά έμεινα στην Αθήνα. Δούλεψα σε φροντιστήριο, μετά σε ένα λογιστικό γραφείο. Πάντα κάτι προσωρινό, πάντα κάτι που δεν ήταν αυτό που ήθελα.
«Έβαλες τα φάρμακά μου;»
«Ναι, μαμά.»
Την κοιτάζω. Τα μαλλιά της έχουν ασπρίσει εντελώς πια. Τα μάτια της όμως παραμένουν σκληρά, σαν να φοβάται να δείξει αδυναμία. Κάποιες φορές τη λυπάμαι. Άλλες φορές τη μισώ.
Το βράδυ, όταν όλα ησυχάζουν, κάθομαι στο μπαλκόνι με ένα τσιγάρο και σκέφτομαι πώς θα ήταν η ζωή μου αν είχα φύγει τότε. Αν είχα πει όχι στη θυσία. Αν είχα βάλει εμένα πρώτη.
Η αδερφή μου, η Σοφία, μένει στη Λάρισα με τον άντρα και τα παιδιά της. Έρχεται μόνο στις γιορτές – και τότε η μαμά λάμπει από χαρά. Εγώ είμαι «η ανύπαντρη», «η γεροντοκόρη», «αυτή που δεν κατάφερε». Όταν τολμώ να πω πως κουράστηκα, πως θέλω κι εγώ μια ζωή για μένα, η μαμά με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που σε κάνει να νιώθεις το πιο αχάριστο πλάσμα του κόσμου.
«Εγώ σε μεγάλωσα μόνη μου όταν ο πατέρας σου δούλευε μέρα-νύχτα! Εσύ δεν μπορείς να με φροντίσεις τώρα που σε χρειάζομαι;»
Πόσες φορές έχω ακούσει αυτή τη φράση; Πόσες φορές έχω καταπιεί τα λόγια μου; Η ενοχή είναι σαν βαρύ πάπλωμα που με σκεπάζει κάθε βράδυ.
Έχω φίλους – ή μάλλον είχα. Οι περισσότεροι παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, απομακρύνθηκαν. Όταν τους λέω πως ζω ακόμα με τη μαμά, βλέπω στα μάτια τους λύπηση ή αμηχανία. Μερικές φορές ζηλεύω ακόμα και τις φίλες μου που τσακώνονται με τους άντρες τους για το ποιος θα βγάλει τα σκουπίδια. Τουλάχιστον έχουν μια δική τους ζωή.
Μια φορά προσπάθησα να μιλήσω στη Σοφία:
«Δεν αντέχω άλλο», της είπα στο τηλέφωνο.
«Τι θες να κάνω; Να παρατήσω τα παιδιά και τον Γιώργο και να έρθω;»
«Όχι… Απλώς…»
«Ελένη, όλοι έχουμε προβλήματα. Εσύ τουλάχιστον έχεις δουλειά.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και έκλαψα σαν παιδί.
Η καθημερινότητα είναι ένας φαύλος κύκλος: δουλειά – σπίτι – μαγείρεμα – φάρμακα – γκρίνια – μοναξιά. Κάποιες φορές σκέφτομαι να φύγω χωρίς να πω τίποτα. Να εξαφανιστώ. Αλλά μετά θυμάμαι το βλέμμα της μαμάς όταν φοβάται μην πέσει ή όταν ξεχνάει τι μέρα είναι.
Τον περασμένο χειμώνα αρρώστησε βαριά. Έμεινα ξύπνια τρεις νύχτες δίπλα της, κρατώντας το χέρι της ενώ παραμιλούσε στον ύπνο της για τον πατέρα μου. Εκείνες τις ώρες ένιωσα ξανά παιδί – μικρή και ανήμπορη μπροστά στο βάρος της ευθύνης.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν υπάρχει διέξοδος για ανθρώπους σαν εμένα στην Ελλάδα του σήμερα. Οι φίλοι λένε «βρες έναν σύντροφο», «πήγαινε σε ψυχολόγο», «βάλε όρια». Μα πώς βάζεις όρια όταν η μάνα σου σε χρειάζεται; Πώς φεύγεις όταν όλη σου η ζωή έχει χτιστεί γύρω από τις ανάγκες ενός άλλου ανθρώπου;
Πριν λίγες μέρες, έγινε ένας μεγάλος καβγάς.
«Θέλω να βγω ένα βράδυ με την Άννα», της είπα.
«Και ποιος θα με προσέχει; Αν πάθω κάτι;»
«Μαμά, είμαι 43 χρονών! Δεν μπορώ να ζω έτσι!»
Με κοίταξε σαν να την πρόδωσα.
«Να πας! Και άσε με μόνη μου! Δεν πειράζει αν πεθάνω μόνη!»
Έφυγα τρέχοντας από το σπίτι και περπάτησα μέχρι την πλατεία Αγίου Γεωργίου. Έκατσα σε ένα παγκάκι και έκλαψα μπροστά σε αγνώστους. Ένιωθα ντροπή – αλλά και μια παράξενη ανακούφιση που επιτέλους ξέσπασα.
Το ίδιο βράδυ γύρισα σπίτι αργά. Η μαμά κοιμόταν στον καναπέ με την τηλεόραση ανοιχτή. Την σκέπασα απαλά και κάθισα δίπλα της μέχρι το πρωί.
Ξέρω ότι κάποια στιγμή αυτή η κατάσταση θα τελειώσει – είτε γιατί θα φύγει εκείνη είτε γιατί δεν θα αντέξω άλλο εγώ. Αλλά μέχρι τότε, προσπαθώ κάθε μέρα να βρω λίγη χαρά στα μικρά πράγματα: έναν καφέ μόνη στο μπαλκόνι, ένα μήνυμα από μια παλιά φίλη, ένα βιβλίο που με ταξιδεύει μακριά από την πραγματικότητα.
Κάποιες φορές σκέφτομαι πως ίσως δεν είμαι η μόνη που νιώθει έτσι – παγιδευμένη ανάμεσα στην αγάπη και την ενοχή, ανάμεσα στο καθήκον και την ανάγκη για ελευθερία.
Αλήθεια… Υπάρχει κάποιος άλλος εκεί έξω που νιώθει το ίδιο; Πώς βρίσκεις το θάρρος να ζήσεις για σένα χωρίς να προδώσεις αυτούς που αγαπάς;