«Η Κόρη Μας Δεν Είναι Πια Η Ίδια: Ο Γαμπρός Μας Την Άλλαξε, Και Δεν Ήρθε Ούτε Στα Γενέθλια Του Πατέρα Της»
«Δεν μπορώ να το πιστέψω, Μαρία! Ούτε ένα τηλέφωνο για τα γενέθλια του πατέρα σου;»
Η φωνή μου έσπασε, γεμάτη απογοήτευση και θυμό. Ήταν η τρίτη φορά που προσπαθούσα να επικοινωνήσω μαζί της εκείνη τη μέρα. Ο Νίκος, ο άντρας μου, καθόταν βουβός στο σαλόνι, κοιτώντας το κινητό του, προσπαθώντας να κρύψει τη θλίψη του. Ήταν τα εξηκοστά γενέθλιά του. Είχαμε καλέσει λίγους φίλους και συγγενείς, είχα ετοιμάσει το αγαπημένο του παστίτσιο, και περίμενα πως η Μαρία θα ερχόταν με τον Αντώνη και τα παιδιά. Όμως, ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
«Μαμά, σε παρακαλώ, μην αρχίζεις πάλι», απάντησε τελικά η Μαρία στο τηλέφωνο, με μια φωνή που δεν αναγνώριζα πια. Ψυχρή, απόμακρη.
«Δεν αρχίζω τίποτα! Απλά θέλω να καταλάβω γιατί δεν ήρθες. Ο πατέρας σου σε περίμενε όλη μέρα. Τα παιδιά ρωτούσαν πού είναι η θεία τους!»
Άκουσα ένα βαθύ αναστεναγμό από την άλλη άκρη της γραμμής. «Μαμά, είχαμε δουλειές. Ο Αντώνης ήθελε να ξεκουραστεί. Είχαμε πει ότι θα περάσουμε ένα ήσυχο Σαββατοκύριακο.»
«Δουλειές; Σε παρακαλώ, Μαρία! Πόσο δύσκολο είναι να έρθεις για δύο ώρες;»
Η σιωπή της ήταν πιο εκκωφαντική από κάθε φωνή. Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. Δεν ήταν αυτή η κόρη που μεγάλωσα. Η Μαρία μου ήταν πάντα δοτική, γελαστή, πάντα πρώτη στις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Από τότε που παντρεύτηκε τον Αντώνη, όλα άλλαξαν.
Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που τον έφερε σπίτι. Ψηλός, σοβαρός, με εκείνο το βλέμμα που σε ζύγιζε από πάνω μέχρι κάτω. Ο Νίκος προσπάθησε να τον πλησιάσει, να μιλήσουν για ποδόσφαιρο, για δουλειά – τίποτα. Ο Αντώνης απαντούσε μονολεκτικά, κοιτούσε συνεχώς το ρολόι του. Η Μαρία όμως τον κοιτούσε σαν να ήταν ο ήλιος και το φεγγάρι μαζί.
Στην αρχή νόμιζα πως ήταν απλώς ντροπαλός. Όμως όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο απομακρυνόταν η Μαρία από εμάς. Οι Κυριακές που μαζευόμασταν όλοι μαζί έγιναν σπάνιες. Τα τηλεφωνήματα λιγόστεψαν. Κάθε φορά που της ζητούσα να έρθει για φαγητό ή να βοηθήσει με τη γιαγιά της, είχε μια δικαιολογία: «Ο Αντώνης δουλεύει», «Ο Αντώνης είναι κουρασμένος», «Ο Αντώνης δεν θέλει φασαρία».
Μια μέρα τόλμησα να της πω: «Μαρία μου, δεν σε βλέπουμε πια. Τι συμβαίνει;»
Με κοίταξε με μάτια γεμάτα ενοχή και θυμό μαζί. «Μαμά, έχω κι εγώ τη δική μου οικογένεια τώρα. Πρέπει να βάζω προτεραιότητες.»
Προτεραιότητες… Πότε έγινα εγώ η τελευταία της προτεραιότητα; Πότε σταμάτησε να με εμπιστεύεται; Θυμάμαι όταν ήταν μικρή και είχε πυρετό – καθόμουν δίπλα της όλη νύχτα. Όταν χώρισε με τον πρώτο της φίλο – ήρθε και έκλαψε στην αγκαλιά μου. Τώρα όμως, κάθε φορά που προσπαθώ να πλησιάσω, σηκώνει τείχη.
Ο Νίκος προσπαθεί να με καθησυχάσει: «Άφησέ την, γυναίκα μου. Είναι παντρεμένη τώρα. Έχει άλλες υποχρεώσεις.» Αλλά εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ έτσι απλά.
Το αποκορύφωμα ήρθε πριν δύο μήνες. Η αδερφή της Μαρίας, η Ελένη, γέννησε το πρώτο της παιδί. Όλη η οικογένεια μαζεύτηκε στο μαιευτήριο – εκτός από τη Μαρία. Τηλεφώνησα ξανά και ξανά. Τελικά απάντησε ο Αντώνης: «Η Μαρία δεν μπορεί να μιλήσει τώρα.» Η φωνή του ήταν ψυχρή σαν πάγος.
Την επόμενη μέρα η Μαρία με πήρε πίσω: «Μαμά, σε παρακαλώ μην πιέζεις άλλο. Δεν μπορώ να είμαι παντού.»
«Δεν σου ζητάω να είσαι παντού! Να είσαι εδώ όταν σε χρειαζόμαστε!»
«Δεν καταλαβαίνεις…» ψιθύρισε και το έκλεισε.
Από τότε νιώθω πως κάτι σκοτεινό έχει μπει ανάμεσά μας. Οι φίλες μου λένε: «Έτσι είναι οι καιροί τώρα. Τα παιδιά παντρεύονται και απομακρύνονται.» Αλλά εγώ βλέπω κάτι πιο βαθύ – σαν ο Αντώνης να έχει βάλει τη Μαρία σε μια γυάλα. Δεν βγαίνει ποτέ μόνη της έξω, δεν έχει πια φίλες δικές της, δεν έρχεται ούτε για καφέ χωρίς εκείνον.
Πριν λίγες μέρες πήγα απρόσκλητη στο σπίτι τους στη Νέα Σμύρνη. Χτύπησα το κουδούνι – άνοιξε ο Αντώνης.
«Τι θέλετε;» με ρώτησε ψυχρά.
«Ήρθα να δω την κόρη μου.»
«Η Μαρία ξεκουράζεται.»
«Θέλω μόνο πέντε λεπτά.»
Με άφησε να μπω χωρίς να πει λέξη. Η Μαρία καθόταν στον καναπέ, χλωμή, με μάτια κόκκινα από το κλάμα.
«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησα χαμηλόφωνα.
Με κοίταξε σαν χαμένη. «Τίποτα μαμά… απλώς είμαι κουρασμένη.»
Ο Αντώνης στεκόταν πίσω μου σαν σκιά.
«Μαρία μου… αν χρειαστείς κάτι… αν ποτέ νιώσεις μόνη… ξέρεις πού θα με βρεις.»
Δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε αδύναμα.
Γύρισα σπίτι και ξέσπασα σε κλάματα στην αγκαλιά του Νίκου.
«Δεν είναι καλά το παιδί μας», του είπα τρέμοντας.
Εκείνος προσπάθησε να με καθησυχάσει: «Ίσως περνάει μια δύσκολη φάση…»
Αλλά εγώ ξέρω πως κάτι δεν πάει καλά.
Σήμερα, μετά τα γενέθλια του Νίκου που πέρασαν χωρίς τη Μαρία μας, νιώθω πως έχω χάσει το παιδί μου για πάντα. Θυμώνω με τον εαυτό μου – μήπως φταίξαμε εμείς; Μήπως πιέσαμε πολύ; Μήπως έπρεπε να δεχτώ τον Αντώνη όπως είναι;
Αλλά πώς μπορώ να δεχτώ ότι η κόρη μου απομακρύνεται όλο και περισσότερο;
Σας έχει συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο; Πώς αντέχει μια μάνα όταν βλέπει το παιδί της να χάνεται μέσα σε έναν γάμο που μοιάζει φυλακή;
Αναρωτιέμαι: Έχασα την κόρη μου ή μήπως ποτέ δεν την είχα στ’ αλήθεια;