Είμαι Έξαλλη με την Πεθερά μου: Άφησε το Σπίτι στον Κουνιάδο μου και ο Άντρας μου Δεν Πήρε Τίποτα – Νιώθω Αδικία

«Δεν το δέχομαι, Μαρία! Δεν το δέχομαι!» φώναξα στον άντρα μου, τον Κώστα, μόλις κλείσαμε την πόρτα πίσω μας. Τα χέρια μου έτρεμαν ακόμη από τα νεύρα. Εκείνος με κοίταξε σιωπηλός, με τα μάτια χαμηλωμένα, σαν να κουβαλούσε όλο το βάρος του κόσμου στους ώμους του.

«Σε παρακαλώ, ηρέμησε», ψιθύρισε. «Δεν είναι ώρα τώρα…»

«Ώρα για τι; Για να δεχτούμε ότι η μάνα σου μας πέταξε έξω από τη ζωή της; Πώς μπορείς να είσαι τόσο ήρεμος;»

Η φωνή μου αντήχησε στο μικρό μας διαμέρισμα στο Παγκράτι. Από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ο θόρυβος της πόλης, αλλά μέσα στο σπίτι επικρατούσε μια παγωμένη σιωπή. Θυμήθηκα τη σκηνή στο σαλόνι της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης – ποτέ δεν την αποκάλεσα «μαμά», όσο κι αν το ήθελε ο Κώστας.

Όλοι ήταν μαζεμένοι: ο μεγάλος της γιος, ο Γιάννης με τη γυναίκα του τη Σοφία, τα εγγόνια, κι εμείς. Η Ελένη, με το αυστηρό της βλέμμα και τα μαλλιά πιασμένα σφιχτά κότσο, στάθηκε μπροστά μας και άρχισε να διαβάζει τη διαθήκη που είχε γράψει με τον δικηγόρο της.

«Το σπίτι στην Κυψέλη περνάει στον Γιάννη», είπε ψυχρά. «Τα χωράφια στη Λακωνία θα μοιραστούν στα εγγόνια. Ο Κώστας…», έκανε μια παύση που μου φάνηκε αιώνας, «…θα πάρει το αυτοκίνητο και τα βιβλία του πατέρα του.»

Ένιωσα να μου κόβονται τα γόνατα. Ένα αυτοκίνητο δεκαπενταετίας και μερικά βιβλία; Μετά από όλα όσα έχει κάνει ο Κώστας για εκείνη; Πόσες φορές δεν άφησε τη δουλειά του για να τρέξει όταν αρρώστησε; Πόσες φορές δεν της πήγαμε ψώνια, δεν πληρώσαμε λογαριασμούς όταν εκείνη δυσκολευόταν;

Η Σοφία χαμογέλασε θριαμβευτικά. Ο Γιάννης απέφυγε να μας κοιτάξει στα μάτια. Τα παιδιά έπαιζαν αμέριμνα στο χαλί, χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα από το δράμα που εκτυλισσόταν γύρω τους.

Όταν τελείωσε η ανακοίνωση, σηκώθηκα όρθια. «Συγγνώμη, κυρία Ελένη», είπα με φωνή που έτρεμε, «αλλά αυτό είναι άδικο. Ο Κώστας είναι ο μόνος που σας στάθηκε πραγματικά.»

Με κοίταξε με εκείνο το παγερό βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω ανεπιθύμητη. «Η οικογένεια δεν μετριέται με χρήματα, Μαρία», απάντησε. «Ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει.»

Βγήκαμε από το σπίτι χωρίς να πούμε άλλη κουβέντα. Ο Κώστας οδηγούσε σιωπηλός. Εγώ έκλαιγα αθόρυβα. Όλη τη νύχτα στριφογύριζα στο κρεβάτι. Πώς θα το πω στα παιδιά μας; Πώς θα τους εξηγήσω ότι ο πατέρας τους δεν πήρε τίποτα από την οικογενειακή περιουσία;

Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν φάντασμα. Η συνάδελφός μου, η Κατερίνα, με ρώτησε τι έχω. Της τα είπα όλα – και εκείνη αναστέναξε: «Μα καλά, στην Ελλάδα ζεις! Πάντα ο πρωτότοκος παίρνει τα καλύτερα… Δεν είναι σωστό, αλλά έτσι γίνεται.»

Γύρισα σπίτι νωρίς και βρήκα τον Κώστα να κάθεται στο μπαλκόνι με ένα τσιγάρο στο χέρι. Δεν καπνίζει ποτέ – μόνο όταν πονάει πολύ.

«Θυμάσαι τότε που ήμουν μικρός και ο πατέρας μου έλεγε ότι όλα θα τα μοιράσει δίκαια;» μου είπε ξαφνικά. «Πέθανε νωρίς και η μάνα μου έκανε ό,τι ήθελε.»

«Δεν πρέπει να το αφήσουμε έτσι», του είπα. «Να μιλήσουμε σε δικηγόρο.»

Με κοίταξε λυπημένος. «Δεν θέλω να γίνω εχθρός με τον αδερφό μου για τα λεφτά. Αλλά πονάει…»

Τις επόμενες μέρες η ένταση μεγάλωσε. Η Σοφία άρχισε να περηφανεύεται παντού για το σπίτι στην Κυψέλη – ακόμα και στη γειτονιά το έλεγε σαν να ήταν δικό της κατόρθωμα. Η πεθερά μου δεν απαντούσε στα τηλέφωνά μας.

Τα παιδιά μας κατάλαβαν ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο μικρός μας γιος, ο Νίκος, με ρώτησε: «Μαμά, γιατί η γιαγιά δεν θέλει τον μπαμπά;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο Γιάννης. Μπήκε μέσα αμήχανος.

«Κώστα… ξέρω ότι είναι δύσκολο», είπε διστακτικά. «Αλλά δεν φταίω εγώ για τις αποφάσεις της μάνας.»

Ο Κώστας σηκώθηκε όρθιος, έτοιμος να ξεσπάσει – αλλά τελικά κάθισε πάλι κάτω.

«Δεν σε κατηγορώ», είπε ήρεμα. «Αλλά πες μου κάτι: Αν ήσουν στη θέση μου, θα ένιωθες αδικημένος;»

Ο Γιάννης χαμήλωσε το βλέμμα. «Ναι…»

«Τότε γιατί δεν κάνεις κάτι;» φώναξα εγώ.

«Τι να κάνω; Να αρνηθώ την κληρονομιά; Θα με πει τρελό όλη η οικογένεια!»

Έφυγε βιαστικά, αφήνοντας πίσω του μια βαριά σιωπή.

Οι μέρες περνούσαν και η αδικία μεγάλωνε μέσα μου σαν αγκάθι. Οι φίλοι μας χωρίστηκαν στα δύο: άλλοι έλεγαν να μην ασχοληθούμε με τα λεφτά, άλλοι μας προέτρεπαν να κινηθούμε νομικά.

Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν μόνη στην κουζίνα, θυμήθηκα τη δική μου μητέρα – πόσο δίκαιη ήταν πάντα με εμένα και την αδερφή μου. Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν είχαμε μια τέτοια πεθερά…

Ο Κώστας μπήκε μέσα και κάθισε δίπλα μου.

«Ξέρεις κάτι;» είπε σιγανά. «Ίσως τελικά η οικογένεια να μην είναι αυτό που νομίζαμε.»

Τον κοίταξα στα μάτια και είδα έναν άνθρωπο πληγωμένο αλλά αποφασισμένο να προχωρήσει.

«Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας», του είπα. «Δεν χρειαζόμαστε κανέναν.»

Αλλά μέσα μου ήξερα πως τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο.

Σκέφτομαι συχνά: Πόσο εύκολα μπορεί μια αδικία να διαλύσει μια οικογένεια; Και τελικά, αξίζει να θυσιάζεις τις σχέσεις σου για μια περιουσία; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;