Κάλεσα την πρώην νύφη μου να μείνει μαζί μου: Τώρα ο γιος μου είναι ένας ξένος

«Μάνα, δεν αντέχω άλλο. Γιατί το κάνεις αυτό;»

Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη θυμό και απογοήτευση. Στεκόταν στην πόρτα του σαλονιού, τα μάτια του υγρά, τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές. Εγώ, καθισμένη στον παλιό καναπέ με το ξεθωριασμένο κάλυμμα, ένιωθα το βάρος της απόφασης μου να με πλακώνει σαν πέτρα στο στήθος.

«Νίκο μου, δεν μπορούσα να την αφήσω στο δρόμο. Τα παιδιά… τα εγγόνια σου…» ψιθύρισα, μα η φωνή μου έσπασε.

Η Μαρία στεκόταν αμήχανη στη γωνία, κρατώντας τη μικρή Άννα στην αγκαλιά της. Ο μικρός Γιώργος είχε χωθεί πίσω από τα πόδια της, κοιτώντας τον πατέρα του με μεγάλα, φοβισμένα μάτια.

Ο Νίκος γύρισε απότομα και βγήκε από το σπίτι, χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο εκκωφαντική από κάθε φωνή.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Θυμάμαι τον εαυτό μου πριν από χρόνια, όταν ο άντρας μου, ο Στέλιος, μας εγκατέλειψε. Έμεινα μόνη με τον Νίκο, ένα παιδί τότε που δεν καταλάβαινε γιατί ο πατέρας του δεν γύριζε ποτέ σπίτι. Δούλευα μέρα-νύχτα σε ένα μικρό φούρνο στη γειτονιά μας στην Καλλιθέα για να τα βγάλουμε πέρα. Ο Νίκος ήταν όλη μου η ζωή. Όλα τα όνειρά μου ήταν γι’ αυτόν.

Όταν γνώρισε τη Μαρία στη σχολή, χάρηκα. Ήταν καλό κορίτσι, ήσυχη, με αρχές. Παντρεύτηκαν νέοι και σύντομα ήρθαν τα παιδιά. Το σπίτι μας γέμισε ξανά φωνές και γέλια. Όμως τα προβλήματα δεν άργησαν να φανούν. Ο Νίκος δούλευε πολλές ώρες ως λογιστής σε μια εταιρεία στο κέντρο. Η Μαρία έμεινε σπίτι με τα παιδιά. Οι καβγάδες τους έγιναν καθημερινοί.

Ένα βράδυ, η Μαρία ήρθε στο σπίτι μου κλαίγοντας. «Δεν αντέχω άλλο, κυρία Ελένη… Ο Νίκος δεν με κοιτάει πια στα μάτια. Μιλάμε μόνο για τα παιδιά ή για λογαριασμούς.»

Της έδωσα ένα ποτήρι νερό και την άφησα να ξεσπάσει. Ήξερα πως ο γιος μου είχε γίνει σκληρός, απόμακρος. Ίσως έφταιγα κι εγώ που τον μεγάλωσα μόνη, που του έμαθα να μην δείχνει τα συναισθήματά του.

Το διαζύγιο ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο. Ο Νίκος έφυγε από το σπίτι και νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα στο Παγκράτι. Η Μαρία έμεινε με τα παιδιά σε ένα δυάρι που δεν μπορούσε να πληρώσει μόνη της.

Ένα βράδυ του χειμώνα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Μαρία.

«Κυρία Ελένη… Δεν έχω πού να πάω. Ο ιδιοκτήτης με απειλεί πως θα μας πετάξει έξω αν δεν πληρώσω το ενοίκιο μέχρι το τέλος του μήνα.»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Τα εγγόνια μου στον δρόμο; Δεν μπορούσα να το επιτρέψω.

«Έλατε εδώ. Θα στριμωχτούμε, αλλά θα τα καταφέρουμε», της είπα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η συγκατοίκηση δεν ήταν εύκολη. Το σπίτι μικρό, οι χαρακτήρες διαφορετικοί. Η Μαρία προσπαθούσε να βρει δουλειά – πήγε σε συνεντεύξεις για καθαρίστρια, για πωλήτρια σε σούπερ μάρκετ, τίποτα δεν προχωρούσε. Τα παιδιά έκλαιγαν τα βράδια και ζητούσαν τον πατέρα τους.

Ο Νίκος ερχόταν αραιά και πού να δει τα παιδιά. Κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι και έβλεπε τη Μαρία κι εμένα να μαγειρεύουμε μαζί ή να βοηθάμε τα παιδιά στα μαθήματα, σκοτείνιαζε το πρόσωπό του.

«Μάνα, γιατί παίρνεις το μέρος της;» με ρώτησε μια μέρα που ήρθε να πάρει τον Γιώργο για μια βόλτα.

«Δεν παίρνω το μέρος κανενός! Προσπαθώ να βοηθήσω τα παιδιά σου!»

«Τα παιδιά ΜΑΣ! Αλλά εσύ… Εσύ πάντα ήθελες να έχεις τον έλεγχο!»

Έφυγε θυμωμένος, αφήνοντας πίσω του μια βαριά σιωπή.

Άρχισα να αναρωτιέμαι αν είχα κάνει λάθος. Οι φίλες μου στη γειτονιά ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου:

«Η Ελένη έχει τρελαθεί… Κρατάει την πρώην νύφη της στο σπίτι! Τι θα πει ο κόσμος;»

Αλλά εγώ δεν άντεχα τη σκέψη ότι τα εγγόνια μου θα κοιμόντουσαν σε ξένα σπίτια ή θα πεινούσαν.

Τα βράδια ξαγρυπνούσα στο κρεβάτι μου και άκουγα τη Μαρία να κλαίει σιγανά στο διπλανό δωμάτιο. Μια νύχτα μπήκα μέσα και τη βρήκα καθισμένη στο πάτωμα, αγκαλιά με την Άννα.

«Συγγνώμη που σας φορτώνω με τα προβλήματά μου», είπε μέσα στα δάκρυα της.

Την αγκάλιασα σφιχτά. «Δεν είσαι βάρος. Είσαι οικογένεια.»

Όμως όσο περνούσαν οι μήνες, ο Νίκος απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Σταμάτησε να τηλεφωνεί συχνά. Τα γενέθλια του Γιώργου πέρασαν χωρίς να εμφανιστεί. Η Άννα άρχισε να ρωτάει: «Γιατί ο μπαμπάς δεν έρχεται πια;»

Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Μια μέρα τον συνάντησα τυχαία στη λαϊκή αγορά.

«Νίκο…» ξεκίνησα διστακτικά.

Με κοίταξε ψυχρά. «Μάνα, δεν θέλω να μιλήσουμε.»

«Σε παρακαλώ… Μη μας αποκόβεις έτσι.»

«Εσύ με απομάκρυνες! Έκανες το σπίτι σου σπίτι της Μαρίας! Δεν είμαι πια ευπρόσδεκτος εκεί μέσα.»

«Πώς μπορείς να λες κάτι τέτοιο; Είσαι το παιδί μου!»

«Όχι πια…» είπε χαμηλόφωνα και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Γύρισα σπίτι συντετριμμένη. Η Μαρία κατάλαβε αμέσως πως κάτι είχε συμβεί.

«Ίσως πρέπει να φύγω…» είπε διστακτικά.

«Όχι! Δεν θα αφήσω τα παιδιά μόνα τους.»

Αλλά μέσα μου ήξερα πως κάτι είχε σπάσει ανεπανόρθωτα ανάμεσα σε μένα και τον Νίκο.

Οι μέρες περνούσαν βαριά. Η Μαρία τελικά βρήκε δουλειά σε ένα φούρνο κοντά στο σπίτι – ειρωνεία της τύχης – κι εγώ κρατούσα τα παιδιά όσο εκείνη δούλευε πρωινά. Οι φίλες μου συνέχισαν να σχολιάζουν:

«Ελένη, θα χάσεις το παιδί σου για χάρη της πρώην νύφης σου;»

Δεν απαντούσα πια σε κανέναν.

Ένα απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο Νίκος. Στεκόταν αμήχανος στην πόρτα, κρατώντας ένα κουτί με παιχνίδια για τα παιδιά.

«Μπορώ… να δω τα παιδιά;» ρώτησε χαμηλόφωνα.

Η καρδιά μου σκίρτησε από χαρά αλλά και φόβο μήπως όλα καταστραφούν ξανά.

Η Μαρία βγήκε διακριτικά από το δωμάτιο κι εγώ άφησα τον Νίκο μόνο του με τα παιδιά. Τους άκουγα που γελούσαν και έπαιζαν – μια σκηνή που είχα τόσο καιρό να δω.

Όταν έφυγε, στάθηκε στην πόρτα και με κοίταξε στα μάτια.

«Δεν ξέρω αν μπορώ να σε συγχωρήσω… Αλλά δεν θέλω να χάσω τα παιδιά.»

Έκλεισα την πόρτα πίσω του με ανάμεικτα συναισθήματα – ανακούφιση αλλά και ενοχή.

Τώρα κάθομαι μόνη στο σαλόνι και αναρωτιέμαι: Έκανα το σωστό; Προστάτεψα τα εγγόνια μου αλλά έχασα τον γιο μου; Ή μήπως η αγάπη μιας μάνας πρέπει πάντα να πληρώνει τόσο βαρύ τίμημα;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα διαλέγατε το αίμα σας ή την ανθρωπιά σας;