Γιατί εγώ να φροντίσω τη μάνα; Μια ιστορία για πληγές που δεν κλείνουν ποτέ

«Γιατί εγώ, ρε Γιάννη; Γιατί να είμαι πάντα εγώ αυτή που πρέπει να τα σηκώνει όλα;»

Η φωνή μου έσπασε, αλλά ο αδερφός μου ούτε που σήκωσε το βλέμμα του από το κινητό. Καθόμασταν στην κουζίνα του πατρικού μας στη Νέα Σμύρνη, με τη μυρωδιά του καμένου καφέ να αιωρείται στον αέρα. Η μάνα μας, η Ελένη, ήταν στο διπλανό δωμάτιο, εξαντλημένη από τη χημειοθεραπεία. Κι εγώ, η Μαρία, για άλλη μια φορά, ήμουν αυτή που έπρεπε να βάλει στην άκρη τη ζωή της.

«Εσύ είσαι γυναίκα, Μαρία. Αυτά τα πράγματα τα κάνουν οι κόρες. Εγώ δουλεύω, έχω οικογένεια», είπε τελικά ο Γιάννης, με εκείνο το ύφος που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή.

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Και εγώ τι έχω; Δεν έχω ζωή; Δεν έχω δουλειά; Δεν έχω δικαίωμα να ζήσω;»

Ο πατέρας μας είχε φύγει από τη ζωή πριν πέντε χρόνια. Από τότε, όλα τα βάρη έπεσαν πάνω μου. Η μάνα μου πάντα προτιμούσε τον Γιάννη – το καμάρι της, ο γιος της, ο άντρας του σπιτιού. Εμένα με έβλεπε σαν βοηθό, σαν σκιά. Ακόμα και όταν ήμουν παιδί, αν έσπαγα κάτι ή αν αργούσα να γυρίσω σπίτι, εκείνη φώναζε: «Μαρία, γιατί δεν μπορείς να είσαι σαν τον αδερφό σου;»

Τώρα όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Είχα φτάσει τα τριάντα πέντε, δούλευα σε ένα φροντιστήριο αγγλικών και προσπαθούσα να μαζέψω τα κομμάτια μου μετά από έναν αποτυχημένο γάμο. Η μάνα μου αρρώστησε ξαφνικά – καρκίνος στο πάγκρεας. Ο Γιάννης το ανακοίνωσε σαν να μιλούσε για τον καιρό: «Η μάνα έχει καρκίνο. Πρέπει κάποιος να τη φροντίσει.»

Όλοι γύρω μας – οι θείες, οι ξαδέρφες, ακόμα και οι γείτονες – θεωρούσαν αυτονόητο ότι εγώ θα αναλάμβανα. «Η Μαρία είναι καλή κοπέλα», έλεγαν. «Πάντα δίπλα στη μάνα της.» Κανείς δεν ήξερε πόσο με πονούσε αυτό το «πάντα». Πόσες φορές έκλαψα μόνη μου στο δωμάτιο, όταν εκείνη έλεγε στον Γιάννη «μπράβο αγόρι μου» κι εμένα με κοιτούσε μόνο όταν ήθελε κάτι.

Τις πρώτες εβδομάδες προσπάθησα. Έτρεχα από τη δουλειά στο σπίτι, μαγείρευα, καθάριζα, πήγαινα τη μάνα μου στο νοσοκομείο. Εκείνη όμως δεν άλλαξε. Ακόμα και άρρωστη, έβρισκε τρόπο να με μειώνει.

«Δεν έβαλες αρκετό αλάτι στη σούπα», μου είπε μια μέρα.

«Μάνα, προσπαθώ…»

«Αν ήταν ο Γιάννης εδώ, θα το είχε κάνει καλύτερα.»

Ένιωσα τα δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια μου. Ήθελα να ουρλιάξω: «Δεν είμαι ο Γιάννης! Δεν θα γίνω ποτέ!»

Το βράδυ εκείνο κάθισα στο μπαλκόνι και κοίταξα τα φώτα της πόλης. Θυμήθηκα όταν ήμουν μικρή και ονειρευόμουν να φύγω μακριά – να πάω στη Θεσσαλονίκη για σπουδές, να ζήσω μόνη μου. Αλλά ποτέ δεν με άφησαν. «Πού θα πας κορίτσι μόνη σου;» έλεγε η μάνα. Ο Γιάννης πήγε στην Πάτρα για Πολυτεχνείο – εκείνος μπορούσε.

Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά εξαντλημένη. Η φίλη μου η Κατερίνα με είδε και με τράβηξε στην άκρη.

«Μαρία, δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι. Θα καταρρεύσεις.»

«Δεν έχω επιλογή», της απάντησα.

«Έχεις. Απλά φοβάσαι.»

Τα λόγια της με χτύπησαν σαν ρεύμα. Όλο το βράδυ σκεφτόμουν: Μήπως όντως φοβάμαι; Μήπως φοβάμαι να πω όχι; Να βάλω εμένα πρώτη;

Το επόμενο Σάββατο μαζευτήκαμε όλοι στο σπίτι – ο Γιάννης με τη γυναίκα του τη Σοφία και τα παιδιά τους, η θεία Άννα και η ξαδέρφη μου η Εύα. Η μάνα μου καθόταν στον καναπέ, χλωμή αλλά πάντα αυστηρή.

«Λοιπόν», είπε ο Γιάννης, «πρέπει να οργανωθούμε. Η Μαρία θα μένει εδώ τα βράδια και θα πηγαίνει τη μάνα στο νοσοκομείο. Εγώ θα βοηθάω όποτε μπορώ.»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Δεν μπορώ άλλο», είπα χαμηλόφωνα.

Όλοι γύρισαν και με κοίταξαν.

«Τι εννοείς;» ρώτησε η θεία Άννα.

«Δεν μπορώ άλλο», επανέλαβα πιο δυνατά. «Δεν θα θυσιάσω τη ζωή μου επειδή έτσι πρέπει. Δεν είμαι υποχρεωμένη.»

Η μάνα μου με κοίταξε σαν να την πρόδωσα.

«Εσύ θα με αφήσεις τώρα; Μετά από όλα όσα έκανα για σένα;»

Ήθελα να γελάσω πικρά. Τι είχε κάνει για μένα; Μόνο απαιτήσεις και κριτική θυμόμουν.

«Μάνα… Ποτέ δεν ήμουν αρκετή για σένα. Πάντα ο Γιάννης ήταν το παιδί σου κι εγώ απλά… ήμουν εδώ.»

Η Σοφία προσπάθησε να παρέμβει: «Μαρία, καταλαβαίνουμε ότι είναι δύσκολο…»

«Όχι, δεν καταλαβαίνετε! Όλοι περιμένετε από μένα να κάνω αυτό που κανείς άλλος δεν θέλει! Γιατί; Επειδή είμαι γυναίκα; Επειδή δεν έχω παιδιά; Επειδή είμαι μόνη;»

Η σιωπή ήταν βαριά. Ο Γιάννης σηκώθηκε νευριασμένος.

«Άμα δεν θέλεις, μην το κάνεις! Αλλά μην περιμένεις να σε λυπηθούμε μετά!»

Έφυγα από το σπίτι τρέμοντας από θυμό και ενοχή. Περπάτησα μέχρι την πλατεία και κάθισα σε ένα παγκάκι. Έκλαιγα χωρίς να μπορώ να σταματήσω.

Τις επόμενες μέρες όλοι με απέφευγαν. Η μάνα μου δεν απαντούσε στα τηλέφωνά μου. Ο Γιάννης είπε σε όλο το σόι ότι ήμουν αχάριστη.

Η Κατερίνα με φιλοξένησε για λίγο σπίτι της. Εκεί άρχισα σιγά-σιγά να αναπνέω ξανά. Πήγα σε ψυχολόγο – πρώτη φορά στη ζωή μου μίλησα για όλα αυτά που κουβαλούσα μέσα μου τόσα χρόνια: την αίσθηση ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι πρέπει πάντα να αποδεικνύω την αξία μου.

Κάποια στιγμή η μάνα μου μπήκε στο νοσοκομείο για αρκετές μέρες. Ο Γιάννης αναγκάστηκε να πάρει άδεια από τη δουλειά του και να ασχοληθεί μαζί της. Τότε μόνο κατάλαβε πόσο δύσκολο ήταν – και άρχισε να με παίρνει τηλέφωνο.

«Μαρία… Συγγνώμη αν ήμουν σκληρός», είπε μια μέρα διστακτικά.

Δεν ήξερα αν μπορούσα να τον συγχωρήσω τόσο εύκολα.

Η μάνα μου πέθανε λίγους μήνες μετά. Δεν πρόλαβα ποτέ να της πω όσα ήθελα – ούτε εκείνη σε μένα. Στην κηδεία όλοι με κοιτούσαν παράξενα – άλλοι με λύπηση, άλλοι με κατηγορία στα μάτια τους.

Μετά την κηδεία γύρισα σπίτι μόνη μου και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη.

«Άξιζε τελικά όλη αυτή η θυσία; Ή μήπως ήρθε η ώρα να ζήσω για μένα;»

Αναρωτιέμαι: Πόσοι από εσάς νιώσατε ποτέ σαν εμένα – αόρατοι μέσα στην ίδια σας την οικογένεια; Τι θα κάνατε στη θέση μου;