«Κάθε Σαββατοκύριακο στους πεθερούς: Όταν η ξεκούραση γίνεται αγγαρεία»
«Μαρία, μπορείς να βγάλεις τα ρούχα από το πλυντήριο;» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντηχεί στην κουζίνα πριν καλά-καλά αφήσω την τσάντα μου στο χολ. Ο Νίκος, ο άντρας μου, έχει ήδη εξαφανιστεί στο σαλόνι με τον πατέρα του, τον κύριο Σταύρο, για να δουν ποδόσφαιρο. Κοιτάζω γύρω μου: το τραπέζι γεμάτο πιάτα, το πάτωμα γεμάτο ψίχουλα, και μια αίσθηση κόπωσης με κατακλύζει πριν καν αρχίσει το Σαββατοκύριακο.
«Ναι, κυρία Ελένη», απαντώ με ένα χαμόγελο που προσπαθώ να κάνω να μοιάζει αληθινό. Μέσα μου όμως βράζω. Κάθε φορά τα ίδια. Εγώ να τρέχω πάνω-κάτω, να βοηθάω στη μαγειρική, στο καθάρισμα, στο στρώσιμο του τραπεζιού, ενώ ο Νίκος κάθεται άνετος σαν να είναι στο σπίτι του. Πόσες φορές έχω προσπαθήσει να του μιλήσω; Πόσες φορές έχω πει «Νίκο, δεν είναι δίκαιο;» και πάντα η ίδια απάντηση: «Έλα μωρέ, είναι μεγάλη γυναίκα, θέλει βοήθεια. Μην κάνεις έτσι.»
Αλλά εγώ κάνω έτσι. Γιατί κάθε Παρασκευή απόγευμα, όταν ετοιμάζομαι να φύγουμε για το χωριό τους στην Εύβοια, νιώθω ένα βάρος στο στήθος. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια της σχέσης μας, που ανυπομονούσα να γνωρίσω την οικογένειά του. Τότε όλα ήταν καινούργια, ήμουν η «νύφη», η «καινούργια», όλοι με καλοδέχονταν. Τώρα όμως είμαι απλώς η βοηθός της κυρίας Ελένης.
«Μαρία, έκανες καφέ για τον Σταύρο;» φωνάζει ξανά η πεθερά μου. «Έρχομαι!» απαντώ και σκουπίζω τα χέρια μου στην ποδιά. Ο Νίκος γελάει με τον πατέρα του μπροστά στην τηλεόραση. Περνάω από δίπλα τους και τον κοιτάζω με νόημα. Εκείνος αποφεύγει το βλέμμα μου.
Το βράδυ, όταν επιτέλους ξαπλώνουμε στο παιδικό δωμάτιο που μας έχουν κρατήσει για να κοιμόμαστε, ξεσπάω: «Δεν αντέχω άλλο! Κάθε φορά τα ίδια! Δεν ήρθαμε για διακοπές; Γιατί πρέπει να κάνω όλες τις δουλειές;»
Ο Νίκος αναστενάζει. «Μα τι θες να κάνω; Να αφήσω τη μάνα μου να τα κάνει όλα μόνη της;»
«Όχι, αλλά γιατί μόνο εγώ; Εσύ γιατί δεν βοηθάς;»
Σιωπή. Το μόνο που ακούγεται είναι το τικ-τακ του ρολογιού στον τοίχο και οι φωνές από την τηλεόραση στο σαλόνι. Γυρίζω πλευρό και δαγκώνω τα χείλη μου για να μην κλάψω.
Το επόμενο πρωί ξυπνάω από τη μυρωδιά του τηγανητού αυγού και του καφέ. Η κυρία Ελένη έχει ήδη σηκωθεί και ετοιμάζει πρωινό για όλους. Μπαίνω στην κουζίνα και πριν προλάβω να πω «καλημέρα», μου δίνει μια σακούλα με λαχανικά: «Να τα καθαρίσεις, Μαρία μου, θα κάνουμε γεμιστά.»
Σκέφτομαι τη δική μου μάνα στην Αθήνα. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα εκεί. Όταν πάμε σπίτι της, με βάζει να κάτσω στον καναπέ και μου φέρνει καφέ και γλυκό. Μου λέει «ξεκουράσου παιδί μου». Εδώ όμως είμαι πάντα σε εγρήγορση.
Καθώς καθαρίζω τις πιπεριές, ακούω την κυρία Ελένη να μιλάει στο τηλέφωνο με τη θεία Κατερίνα: «Η Μαρία είναι καλό κορίτσι, αλλά δεν έχει μάθει στις δουλειές του χωριού…» Νιώθω το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Θέλω να φωνάξω: «Δεν είμαι υπηρέτρια!» αλλά μένω σιωπηλή.
Το μεσημέρι, στο τραπέζι, ο κύριος Σταύρος κάνει ένα σχόλιο: «Ευτυχώς που έχουμε τη Μαρία και βοηθάει τη μάνα σου. Αλλιώς θα είχαμε γίνει σαν τους Αθηναίους που δεν ξέρουν ούτε αυγό να βράσουν!» Όλοι γελάνε εκτός από μένα.
Το απόγευμα έρχεται η θεία Κατερίνα με τα παιδιά της. Το σπίτι γεμίζει φωνές και γέλια. Εγώ πάλι στην κουζίνα, να μαζεύω ποτήρια και πιάτα. Η θεία με πλησιάζει: «Μαρία μου, εσύ δεν κάθεσαι ποτέ;»
Την κοιτάζω στα μάτια: «Δεν προλαβαίνω…»
Το βράδυ ο Νίκος προσπαθεί να με παρηγορήσει: «Έλα μωρέ, αύριο φεύγουμε. Μην το παίρνεις τόσο βαριά.»
«Δεν καταλαβαίνεις…» του λέω ψιθυριστά. «Δεν είναι μόνο οι δουλειές. Είναι που νιώθω αόρατη. Σαν να μην υπάρχω παρά μόνο για να εξυπηρετώ.»
Την Κυριακή το πρωί ξυπνάμε νωρίς για να ετοιμαστούμε για την επιστροφή στην Αθήνα. Η κυρία Ελένη μου δίνει ένα τάπερ με φαγητό: «Να το πάρετε μαζί σας, Μαρία μου.» Τη βλέπω στα μάτια και διακρίνω μια κούραση κι εκείνη. Ίσως κι αυτή να νιώθει μόνη της μέσα σε όλο αυτό.
Στο αυτοκίνητο της επιστροφής, ο Νίκος οδηγεί σιωπηλός. Εγώ κοιτάζω έξω από το παράθυρο τα χωράφια που περνούν γρήγορα μπροστά μου και σκέφτομαι: Πόσες γυναίκες σαν εμένα ζουν παρόμοια Σαββατοκύριακα; Πόσες φοβούνται να μιλήσουν ή ντρέπονται να παραδεχτούν ότι δεν αντέχουν άλλο;
Μήπως τελικά πρέπει να βάλουμε όρια; Να διεκδικήσουμε λίγο χρόνο για εμάς; Ή μήπως έτσι κινδυνεύουμε να γίνουμε οι «κακές νύφες» στα μάτια των άλλων;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μιλούσατε ανοιχτά ή θα συνεχίζατε αυτόν τον φαύλο κύκλο;