Όταν σήκωσα το κινητό της φίλης μου και άκουσα τη φωνή του άντρα μου: Μια αλήθεια που με διέλυσε
«Γιατί δεν απαντάς, Μαρία;» Η φωνή της Ελένης ακούστηκε ανυπόμονη από την κουζίνα, ενώ εγώ στεκόμουν στο σαλόνι της, κρατώντας το κινητό της στα χέρια. Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα. «Σήκωσέ το, μπορεί να είναι ο μικρός από το φροντιστήριο!» φώναξε ξανά.
Χωρίς να το σκεφτώ, πάτησα το πράσινο κουμπί. «Ναι;» είπα διστακτικά. Μια παύση, και μετά η φωνή που δεν θα μπέρδευα ποτέ: «Ελένη; Αγάπη μου, είσαι μόνη;» Πάγωσα. Ήταν ο Νίκος. Ο άντρας μου. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, σαν να ήθελε να σπάσει τα πλευρά μου και να βγει έξω.
Δεν μίλησα. Άκουγα μόνο την ανάσα του στην άλλη άκρη. «Ελένη;» ξαναείπε, αυτή τη φορά πιο σιγανά, σχεδόν τρυφερά. Έκλεισα το τηλέφωνο με τρεμάμενα δάχτυλα και το άφησα πάνω στο τραπέζι. Η Ελένη μπήκε στο δωμάτιο με ένα πιάτο γεμάτο κουλουράκια. «Ποιος ήταν;» με ρώτησε ανέμελα.
Την κοίταξα στα μάτια. Για μια στιγμή ήθελα να ουρλιάξω, να τη ρωτήσω «Γιατί;», αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να ψιθυρίσω: «Κάποιος πού έκανε λάθος.» Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε, αλλά κράτησα τα δάκρυά μου μέσα μου. Δεν ήθελα να της δώσω αυτή τη χαρά – αν ήταν χαρά αυτό που ένιωθε.
Το υπόλοιπο απόγευμα πέρασε σαν σε ομίχλη. Η Ελένη μιλούσε για τα παιδιά της, για τον άντρα της που δούλευε ατελείωτες ώρες στο συνεργείο, για τα προβλήματα με τα πεθερικά της. Εγώ απλώς κουνούσα το κεφάλι και έπινα τον καφέ μου, προσπαθώντας να μη σκεφτώ τίποτα. Αλλά η φωνή του Νίκου αντηχούσε συνέχεια στο μυαλό μου: «Αγάπη μου, είσαι μόνη;»
Όταν γύρισα σπίτι, ο Νίκος καθόταν στον καναπέ και έβλεπε ποδόσφαιρο. «Πώς πέρασες με την Ελένη;» με ρώτησε χωρίς να πάρει τα μάτια του από την οθόνη.
«Καλά», απάντησα ψυχρά. Ήθελα να του πετάξω το κινητό στο κεφάλι, να τον αναγκάσω να παραδεχτεί τα πάντα. Αλλά δεν είχα αποδείξεις – μόνο μια φωνή και μια υποψία που μεγάλωνε μέσα μου σαν δηλητήριο.
Τις επόμενες μέρες έγινα σκιά του εαυτού μου. Παρατηρούσα κάθε του κίνηση: πώς χαμογελούσε όταν έστελνε μηνύματα, πώς έβγαινε έξω για «δουλειές» χωρίς να λέει πού πάει, πώς απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια όταν μιλούσαμε για την Ελένη ή για οτιδήποτε άλλο.
Ένα βράδυ, καθώς έβαζα τα παιδιά για ύπνο, άκουσα τον Νίκο να μιλάει χαμηλόφωνα στο μπαλκόνι. Πλησίασα αθόρυβα και άκουσα: «Όχι τώρα… Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο είναι… Θα βρω τρόπο…» Η φωνή του έσπαγε από αγωνία – ή μήπως ήταν πάθος;
Το επόμενο πρωί πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Οι συνάδελφοί μου στο λογιστικό γραφείο με ρωτούσαν αν είμαι καλά. Η Μαρίνα, η παλιά μου φίλη από το σχολείο, με τράβηξε στην άκρη: «Τι έχεις, Μαρία; Σαν να έχεις δει φάντασμα.»
Δεν άντεξα άλλο. Της τα είπα όλα – για το τηλεφώνημα, για τις υποψίες μου, για τη φωνή του Νίκου που έλεγε «αγάπη μου» στη φίλη μου. Η Μαρίνα με αγκάλιασε σφιχτά. «Πρέπει να μάθεις την αλήθεια», είπε αποφασιστικά. «Όσο κι αν πονέσει.»
Το ίδιο βράδυ αποφάσισα να αντιμετωπίσω την Ελένη. Την κάλεσα σπίτι μου δήθεν για καφέ.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε μόλις μπήκε μέσα και είδε το πρόσωπό μου.
«Θέλω να σου κάνω μια ερώτηση», είπα ψυχρά. «Έχεις σχέση με τον Νίκο;»
Η Ελένη χλόμιασε. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα – ή μήπως ήταν ενοχή; «Μαρία… Δεν ήθελα… Δεν ξέρω πώς έγινε…»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. «Πόσο καιρό;» ψιθύρισα.
«Έξι μήνες», απάντησε σχεδόν άηχα.
Έξι μήνες ψέματα, έξι μήνες προδοσίας από τους δύο ανθρώπους που εμπιστευόμουν περισσότερο στον κόσμο.
«Φύγε», της είπα χωρίς να τη κοιτάξω.
Όταν έμεινα μόνη, έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου. Θυμήθηκα όλες τις στιγμές που περάσαμε μαζί – τις Κυριακές στη θάλασσα, τα γέλια μας στα τραπέζια με φίλους, τις αγκαλιές μας όταν νόμιζα πως όλα ήταν καλά.
Ο Νίκος γύρισε αργά εκείνο το βράδυ. Τον περίμενα στο σαλόνι.
«Τα ξέρω όλα», του είπα πριν προλάβει να πει λέξη.
Στην αρχή προσπάθησε να αρνηθεί, μετά όμως λύγισε. «Συγγνώμη… Δεν ήθελα να σε πληγώσω… Ήταν μια στιγμή αδυναμίας…»
«Έξι μήνες αδυναμίας;» τον διέκοψα ειρωνικά.
«Δεν ξέρω τι να κάνω… Δεν θέλω να σε χάσω…»
«Ήδη με έχασες», του απάντησα και σηκώθηκα να φύγω από το δωμάτιο.
Τις επόμενες μέρες όλα άλλαξαν. Οι γονείς μου ήρθαν σπίτι μόλις έμαθαν τι συνέβη – η μητέρα μου έκλαιγε και έλεγε πως οι άντρες πάντα έτσι είναι, ο πατέρας μου φώναζε πως θα πάει να βρει τον Νίκο και θα τον κάνει μαύρο στο ξύλο. Τα παιδιά δεν καταλάβαιναν γιατί η μαμά και ο μπαμπάς δεν μιλάνε πια μεταξύ τους.
Η γειτονιά άρχισε να ψιθυρίζει – στην Ελλάδα όλα μαθαίνονται γρήγορα. Η κυρία Κατερίνα από απέναντι με ρωτούσε αν θα χωρίσουμε, η θεία Σοφία έλεγε πως πρέπει να συγχωρήσω τον Νίκο για χάρη των παιδιών.
Αλλά εγώ δεν μπορούσα να συγχωρήσω ούτε εκείνον ούτε την Ελένη. Ένιωθα προδομένη από όλους – ακόμα κι από τον ίδιο μου τον εαυτό που δεν κατάλαβε τίποτα τόσο καιρό.
Άρχισα να πηγαίνω βόλτες μόνη στη θάλασσα τα απογεύματα μετά τη δουλειά. Εκεί ένιωθα πως μπορώ επιτέλους να αναπνεύσω χωρίς τα βλέμματα των άλλων πάνω μου. Μια μέρα κάθισα σε ένα παγκάκι και παρατήρησα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που κρατιόντουσαν χέρι-χέρι και γελούσαν σαν παιδιά.
«Θα ξαναεμπιστευτώ ποτέ;» αναρωτήθηκα δυνατά.
Η ζωή στην Ελλάδα δεν είναι εύκολη για μια γυναίκα που αποφασίζει να χωρίσει – ειδικά όταν έχει παιδιά. Οι συγγενείς ανακατεύονται σε όλα, οι φίλοι διαλέγουν πλευρές, οι γείτονες σχολιάζουν κάθε σου κίνηση.
Ο Νίκος προσπάθησε πολλές φορές να με πλησιάσει ξανά. Έφερνε λουλούδια, έγραφε γράμματα, ζητούσε συγγνώμη μπροστά στα παιδιά. Αλλά εγώ ήξερα πως τίποτα δεν θα ήταν ποτέ όπως πριν.
Η Ελένη εξαφανίστηκε από τη ζωή μας – μετακόμισε σε άλλη πόλη για να γλιτώσει τα κουτσομπολιά και τις ενοχές της.
Τα βράδια κοιμάμαι αγκαλιά με τα παιδιά μου και σκέφτομαι όλα όσα έχασα – αλλά και όλα όσα ίσως μπορώ ακόμα να κερδίσω αν βρω το κουράγιο να ξαναρχίσω από την αρχή.
Και τώρα σας ρωτάω: Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Μπορεί κανείς πραγματικά να συγχωρήσει μια τέτοια προδοσία ή είναι καλύτερα να αφήσει πίσω του ό,τι τον πλήγωσε;