«Πίστευα στη δική μας αλήθεια – μέχρι που άνοιξα τον υπολογιστή του»

«Αν ποτέ με απατήσεις, να ξέρεις, τελειώσαμε. Δεν υπάρχει επιστροφή.»

Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν ηχώ που δεν λέει να σβήσει. Το είχε πει τόσες φορές, σχεδόν σαν όρκο. Κι εγώ, η Μαρία, τριάντα πέντε χρονών, δέκα χρόνια παντρεμένη μαζί του, το πίστευα. Ήμουν σίγουρη πως αν κάτι μπορούσα να εμπιστευτώ στον Νίκο, ήταν η πίστη του. Ήταν ο άνθρωπος που δεν άντεχε τα ψέματα, που έλεγε πως η προδοσία είναι το χειρότερο που μπορείς να κάνεις σε κάποιον που αγαπάς.

Κι όμως, εκείνο το βράδυ, όταν άφησε τον υπολογιστή του ανοιχτό και βγήκε για τσιγάρα, κάτι μέσα μου με τσίγκλησε. Δεν ήμουν ποτέ ζηλιάρα – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Αλλά τελευταία ήταν αλλιώς: αργούσε στη δουλειά, το βλέμμα του γινόταν συχνά απλανές, το κινητό του πάντα ανάποδα στο τραπέζι. «Έχεις κάτι;» τον ρώτησα μια φορά. «Τίποτα, κουράστηκα», απάντησε κοφτά.

Το ποντίκι έμεινε πάνω στο email του. Δεν ήθελα να ψάξω – μα τα χέρια μου κινήθηκαν μόνα τους. Ένα μήνυμα με τίτλο «Χτες βράδυ» και το όνομα «Ελένη». Η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά που νόμιζα θα λιποθυμήσω. Άνοιξα το μήνυμα. «Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι το φιλί σου. Πότε θα σε ξαναδώ;»

Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη σαν χαμένη. Ο Νίκος; Ο δικός μου Νίκος; Όχι, δεν μπορεί… Έψαξα κι άλλα μηνύματα. Εβδομάδες τώρα μιλούσαν, κρυφά ραντεβού, υποσχέσεις, λόγια που δεν είχα ακούσει ποτέ εγώ. Ένιωσα να πνίγομαι.

Όταν γύρισε σπίτι, με βρήκε στην κουζίνα με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα.

– Τι έχεις; ρώτησε.
– Ποια είναι η Ελένη; ψιθύρισα.

Πάγωσε. Το πρόσωπό του άσπρισε. Για μια στιγμή νόμιζα πως θα καταρρεύσει.

– Δεν είναι αυτό που νομίζεις…
– Μην τολμήσεις να με κοροϊδέψεις! φώναξα. Διάβασα τα πάντα.

Σιωπή. Μόνο το ψυγείο βούιζε στο βάθος.

– Μαρία… Συγγνώμη… Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε… Ήταν μια στιγμή αδυναμίας…

– Μια στιγμή; Εβδομάδες κρατάει αυτή η «στιγμή»! Πώς μπόρεσες; Εσύ που πάντα έλεγες ότι η απιστία είναι το τέλος;

Έσκυψε το κεφάλι. Τα χέρια του έτρεμαν.

– Σε παρακαλώ… Μη με αφήσεις… Ήταν λάθος… Δεν θέλω να σε χάσω…

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα όλη μου τη ζωή να γκρεμίζεται. Οι Κυριακές μας στο σπίτι της μάνας του στην Καλλιθέα, τα καλοκαίρια στη Νάξο με τα παιδιά να παίζουν στην άμμο, τα βράδια που ξενυχτούσαμε βλέποντας παλιές ελληνικές ταινίες… Όλα φάνηκαν ψεύτικα.

Τις επόμενες μέρες ζούσα σαν φάντασμα. Η κόρη μας, η Σοφία, μόλις οκτώ χρονών, με κοιτούσε με απορία.

– Μαμά, γιατί δεν γελάς πια;

Δεν ήξερα τι να της πω. Ο γιος μας, ο Γιώργος, έφηβος πια, κλεινόταν στο δωμάτιό του και άκουγε μουσική στη διαπασών για να μην ακούει τους καβγάδες μας.

Η μάνα μου ήρθε από τον Πειραιά μόλις έμαθε τι συνέβη.

– Κορίτσι μου, όλοι οι άντρες τα ίδια είναι… Κοίτα τα παιδιά σου και προχώρα.

– Δεν μπορώ να κάνω πως δεν έγινε τίποτα! της φώναξα. Εγώ δεν είμαι εσύ!

Θυμήθηκα τον πατέρα μου – κι εκείνος είχε απατήσει τη μάνα μου. Εκείνη έμεινε «για τα παιδιά». Πάντα της κρατούσα θυμό γι’ αυτό. Τώρα ήμουν στη θέση της.

Ο Νίκος προσπαθούσε να με πλησιάσει. Έκανε ό,τι μπορούσε: μαγείρευε, πήγαινε τα παιδιά σχολείο, μου έφερνε λουλούδια.

– Σε παρακαλώ, Μαρία… Δώσε μου μια δεύτερη ευκαιρία…

– Γιατί; Γιατί να σου δώσω αυτό που εσύ δεν θα μου έδινες ποτέ;

Έγινε σκιά του εαυτού του. Έχασε κιλά, σταμάτησε να βγαίνει με φίλους. Η πεθερά μου με πήρε τηλέφωνο:

– Κορίτσι μου, μην διαλύεις το σπίτι σου για μια κουταμάρα! Όλοι κάνουν λάθη…

– Δεν ήταν λάθος! Ήταν επιλογή!

Στη δουλειά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Η φίλη μου η Κατερίνα με έπαιρνε κάθε μέρα:

– Τι θα κάνεις;
– Δεν ξέρω… Αν φύγω, τι θα απογίνουν τα παιδιά; Αν μείνω, θα μπορέσω ποτέ να τον εμπιστευτώ ξανά;

Τα βράδια έκλαιγα σιωπηλά στο μπάνιο για να μην με ακούσουν τα παιδιά. Ένιωθα ντροπή – κι ας μην έφταιγα εγώ.

Μια μέρα πήγαμε σε σύμβουλο γάμου. Ο Νίκος έκλαιγε μπροστά σε μια ξένη γυναίκα – πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι.

– Δεν θέλω να χάσω την οικογένειά μου…

Η σύμβουλος με κοίταξε στα μάτια:

– Εσείς τι θέλετε;

Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήθελα πίσω τη ζωή μου όπως ήταν πριν – αλλά αυτό ήταν αδύνατο.

Πέρασαν μήνες. Οι πληγές δεν έκλειναν εύκολα. Ο Νίκος προσπαθούσε – άλλαξε δουλειά για να μην βλέπει την Ελένη, σταμάτησε τα ψέματα (ή έτσι ήθελα να πιστεύω). Τα παιδιά άρχισαν σιγά σιγά να χαμογελούν ξανά.

Μια μέρα η Σοφία με ρώτησε:

– Μαμά, θα φύγεις;
– Όχι αγάπη μου… Θα προσπαθήσουμε όλοι μαζί.

Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό. Κάποιες μέρες τον κοιτάζω και νιώθω θυμό – άλλες μέρες νιώθω αγάπη όπως παλιά. Η εμπιστοσύνη όμως δεν επιστρέφει εύκολα.

Σκέφτομαι συχνά: αξίζει να συγχωρείς; Ή μήπως έτσι προδίδεις τον εαυτό σου; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;