«Όταν ο Νίκος άρχισε να μου φέρνει λουλούδια, κατάλαβα την αλήθεια που φοβόμουν»
«Γιατί μου φέρνεις πάλι λουλούδια;» ρώτησα τον Νίκο, προσπαθώντας να κρύψω το τρέμουλο στη φωνή μου. Τα χέρια του κρατούσαν ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα, τόσο έντονα που σχεδόν έκαιγαν τα μάτια μου. Ήταν η τρίτη φορά αυτή την εβδομάδα. Ποτέ δεν ήταν έτσι ο Νίκος. Ποτέ δεν θυμόταν γιορτές, γενέθλια, ούτε καν την επέτειό μας. Κι όμως τώρα, κάθε μέρα, λουλούδια.
«Έτσι, επειδή σε σκέφτηκα», απάντησε χαμογελώντας αμήχανα. Ένα χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια του. Τα μάτια του ήταν αλλού. Ήξερα αυτό το βλέμμα – το είχα δει όταν πέθανε ο πατέρας του, όταν γεννήθηκε η κόρη μας, όταν χάσαμε τα λεφτά μας στο χρηματιστήριο. Ήταν το βλέμμα του ανθρώπου που κρύβει κάτι.
Πήρα τα λουλούδια και τα έβαλα στο βάζο. Η μυρωδιά τους γέμισε το σπίτι, αλλά εγώ ένιωθα να πνίγομαι. Η κόρη μας, η Μαρία, με κοίταξε περίεργα. «Μαμά, γιατί ο μπαμπάς φέρνει τόσα λουλούδια;» ρώτησε με την αθωότητα των δέκα της χρόνων. Της χαμογέλασα αδύναμα. «Γιατί έτσι κάνει όταν αγαπάει», είπα ψέματα.
Το βράδυ, ξάπλωσα δίπλα του και περίμενα να κοιμηθεί. Άκουγα την ανάσα του βαριά, σχεδόν ψεύτικη. Ένιωθα πως κάτι είχε αλλάξει ανάμεσά μας. Θυμήθηκα τα χρόνια που περάσαμε μαζί – τα καλοκαίρια στη Χαλκιδική, τις Κυριακές με τους γονείς του στο χωριό, τις βόλτες στην παραλία της Θεσσαλονίκης όταν ήμασταν ακόμα φοιτητές. Πότε χάθηκε η αγάπη; Πότε έγινε ο Νίκος ένας ξένος;
Τις επόμενες μέρες τα λουλούδια άλλαζαν: τουλίπες, φρέζιες, παιώνιες. Κάθε μέρα κι άλλο χρώμα, άλλο άρωμα. Κάθε μέρα κι ένα αγκάθι στην καρδιά μου. Άρχισα να παρατηρώ τα πάντα: το κινητό του που δεν το άφηνε ποτέ πια στο τραπέζι, τα μηνύματα που έσβηνε βιαστικά, τις δικαιολογίες για τη δουλειά που κρατούσε μέχρι αργά.
Ένα βράδυ, καθώς έπλενε τα δόντια του, χτύπησε το κινητό του. Το άρπαξε τόσο γρήγορα που σχεδόν έριξε το ποτήρι με το νερό κάτω. «Ποιος ήταν;» ρώτησα ήρεμα.
«Ο Γιώργος από τη δουλειά», απάντησε χωρίς να με κοιτάξει.
«Τόσο αργά;»
«Έχουμε κάτι deadlines αύριο», είπε και μπήκε στο μπάνιο.
Έμεινα μόνη στην κουζίνα με τα λουλούδια να με κοιτάζουν ειρωνικά από το βάζο. Τότε ήταν που αποφάσισα να ψάξω. Δεν ήθελα να γίνω αυτή η γυναίκα – η καχύποπτη, η ζηλιάρα – αλλά κάτι μέσα μου φώναζε πως έπρεπε να μάθω.
Την επόμενη μέρα, όταν έφυγε για τη δουλειά, άνοιξα τον υπολογιστή του. Ήξερα τον κωδικό – ήταν πάντα το όνομα της Μαρίας και η ημερομηνία γέννησής της. Τα email του ήταν καθαρά. Αλλά στο Facebook βρήκα ένα μήνυμα από μια γυναίκα: «Σε περιμένω αύριο στο ίδιο μέρος». Το όνομά της ήταν Ελένη.
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Η Ελένη… Ποια ήταν αυτή η Ελένη; Θυμήθηκα μια παλιά του φίλη από τη δουλειά, αλλά είχαν χρόνια να μιλήσουν – ή έτσι νόμιζα.
Όλη μέρα ήμουν σαν φάντασμα στο σπίτι. Η Μαρία με ρώτησε αν είμαι άρρωστη. Ο Νίκος γύρισε αργά και μύριζε άρωμα που δεν ήταν δικό μου. Τα λουλούδια εκείνης της μέρας ήταν λευκές παιώνιες – τα αγαπημένα μου.
«Σ’ αγαπάω», μου είπε ξαφνικά καθώς έτρωγε το φαγητό του.
«Κι εγώ», απάντησα μηχανικά.
Το βράδυ δεν άντεξα άλλο. «Νίκο, ποια είναι η Ελένη;»
Πάγωσε. Άφησε το πιρούνι κάτω και με κοίταξε σαν να μην ήξερε ποια είμαι.
«Τι εννοείς;»
«Ξέρω ότι της στέλνεις μηνύματα. Ξέρω ότι συναντιέστε.»
Σιώπησε για λίγο και μετά σηκώθηκε από το τραπέζι. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις», είπε χαμηλόφωνα.
«Τότε τι είναι; Γιατί μου φέρνεις λουλούδια κάθε μέρα; Γιατί ξαφνικά θυμήθηκες ότι υπάρχω;»
Η φωνή μου έσπασε. Ένιωθα τα δάκρυα να καίνε τα μάγουλά μου.
«Δεν ήθελα να σε πληγώσω», είπε τελικά. «Η Ελένη… είναι συνάδελφος. Περνάει δύσκολα και…»
«Και τι; Εσύ πρέπει να τη στηρίξεις; Εσύ πρέπει να της δίνεις ό,τι δεν δίνεις σε μένα τόσα χρόνια;»
Η Μαρία μπήκε στο δωμάτιο τρομαγμένη. «Μαμά; Μπαμπά;»
Τρέξαμε κοντά της και προσπαθήσαμε να κρύψουμε τη σύγκρουση. Αλλά τα παιδιά καταλαβαίνουν πάντα περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα στον καναπέ. Ο Νίκος δεν προσπάθησε καν να με σταματήσει.
Τις επόμενες μέρες ζούσαμε σαν ξένοι στο ίδιο σπίτι. Τα λουλούδια σταμάτησαν απότομα – σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Η Μαρία έγινε πιο σιωπηλή, πιο μαζεμένη. Η πεθερά μου με πήρε τηλέφωνο: «Τι συμβαίνει; Ο Νίκος είναι χάλια». Δεν ήξερα τι να της πω.
Στο σχολείο της Μαρίας οι άλλες μαμάδες με κοιτούσαν περίεργα – κάποια είχε μάθει κάτι και το είχε πει στις άλλες. Στην Ελλάδα τίποτα δεν μένει κρυφό για πολύ.
Ένα απόγευμα αποφάσισα να πάω μια βόλτα στη θάλασσα μόνη μου. Έκατσα σε ένα παγκάκι και κοίταξα τον Θερμαϊκό να σκοτεινιάζει σιγά σιγά. Σκέφτηκα όλα όσα είχα χάσει – τη χαρά, την εμπιστοσύνη, τον εαυτό μου.
Ο Νίκος ήρθε αργά το βράδυ και με βρήκε να διαβάζω στο σαλόνι.
«Θέλω να σου πω την αλήθεια», είπε κουρασμένα.
Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω.
«Με την Ελένη… έγινε κάτι, αλλά τελείωσε πριν καν αρχίσει πραγματικά. Ήμουν χαμένος, ένιωθα ότι σε έχανα κι εσένα… Ήθελα να διορθώσω τα λάθη μου, αλλά δεν ήξερα πώς.»
«Και τα λουλούδια;»
«Ήταν ο τρόπος μου να σου δείξω ότι σε σκέφτομαι ακόμα… Αλλά μάλλον το μόνο που κατάφερα ήταν να σε πληγώσω περισσότερο.»
Έκλαψα μπροστά του για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Όχι μόνο για εκείνον – για όλα όσα είχαμε χάσει μαζί.
Τις επόμενες εβδομάδες προσπαθήσαμε να βρούμε ξανά ο ένας τον άλλον. Πήγαμε σε σύμβουλο γάμου – κάτι που στην Ελλάδα ακόμα θεωρείται ταμπού για πολλούς. Οι φίλες μου άλλες με στήριξαν κι άλλες με κατηγόρησαν που δεν τον άφησα αμέσως.
Η Μαρία χρειάστηκε χρόνο για να μας εμπιστευτεί ξανά – ακόμα και τώρα φοβάται όταν μαλώνουμε λίγο παραπάνω.
Δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε ποτέ να γίνουμε όπως πριν – ίσως ούτε θέλω πια αυτό το «πριν». Αλλά έμαθα πως η αγάπη δεν είναι δεδομένη και πως η προδοσία μπορεί να έρθει ντυμένη με τα πιο όμορφα λουλούδια.
Αναρωτιέμαι συχνά: αξίζει να συγχωρείς κάποιον που σε πρόδωσε ή απλώς φοβάσαι τη μοναξιά; Εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου;