«Στις 7 το πρωί πήγα φρέσκο φαγητό στα παιδιά μου, αλλά ο γιος μου ούτε ευχαριστώ δεν είπε και μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα: Είμαι σίγουρη πως φταίει η νύφη μου»
«Μιχάλη, άνοιξε! Έφερα τα γεμιστά που σου αρέσουν…» Η φωνή μου έσπασε μέσα στο κρύο πρωινό της Κυριακής. Η πολυκατοικία στην Καλλιθέα ήταν ήσυχη, μόνο το βουητό από τα αυτοκίνητα της Συγγρού ακουγόταν μακριά. Στεκόμουν μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματός τους με τα χέρια γεμάτα σακούλες – φρέσκο ψωμί, τυρί, και τα γεμιστά που έφτιαξα από τα ξημερώματα. Ήξερα πως ο Μιχάλης δεν είχε φάει καλά τελευταία. Η δουλειά του, το άγχος… Πάντα ήμουν εκεί να τον φροντίζω.
Η πόρτα άνοιξε απότομα. Ο Μιχάλης στεκόταν μπροστά μου, με το πρόσωπο σκυθρωπό, τα μάτια του πρησμένα από τον ύπνο.
«Μάνα, τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;»
«Ήθελα να σας φέρω φαγητό… Να φας κάτι σπιτικό, παιδί μου.»
Με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο, σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να θυμώσει. Πίσω του, άκουσα τη φωνή της Ελένης – της νύφης μου.
«Ποιος είναι;»
«Η μάνα μου…» απάντησε ξερά ο Μιχάλης.
Η Ελένη εμφανίστηκε στην πόρτα με το μπουρνούζι της. Με κοίταξε ψυχρά, σχεδόν αδιάφορα.
«Καλημέρα, κυρία Άννα,» είπε τυπικά.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Τόσα χρόνια προσπαθούσα να την πλησιάσω, να την κάνω να νιώσει μέλος της οικογένειας. Πάντα όμως υπήρχε αυτό το τείχος ανάμεσά μας.
«Έφερα φαγητό για όλους…» ψέλλισα.
Ο Μιχάλης πήρε τις σακούλες από τα χέρια μου χωρίς να με κοιτάξει.
«Ευχαριστώ… αλλά δεν χρειαζόταν. Έχουμε ήδη φάει.»
Ένα κύμα ντροπής και θυμού με πλημμύρισε. Πριν προλάβω να πω κάτι άλλο, ο Μιχάλης έκλεισε την πόρτα απαλά αλλά αποφασιστικά. Έμεινα μόνη στο κρύο, με τα χέρια άδεια και την καρδιά βαριά.
Κατέβηκα τις σκάλες αργά. Κάθε βήμα ήταν πιο δύσκολο από το προηγούμενο. Θυμήθηκα τότε που ο Μιχάλης ήταν μικρός και με αγκάλιαζε σφιχτά όταν γύριζα από τη δουλειά. Τότε που ήμουν ο κόσμος του όλος.
Όταν έφτασα στο σπίτι, ο άντρας μου, ο Στέλιος, με περίμενε στην κουζίνα.
«Τους τα πήγες;» ρώτησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την εφημερίδα του.
«Ναι… αλλά δεν ήθελαν.»
Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή.
«Σου το είπα να μην πας τόσο νωρίς. Έχουν τη ζωή τους τώρα.»
«Δεν καταλαβαίνεις… Ο Μιχάλης έχει αλλάξει. Δεν είναι πια το παιδί μου. Από τότε που παντρεύτηκε την Ελένη…»
Ο Στέλιος αναστέναξε βαθιά.
«Άννα, πρέπει να τους αφήσεις ήσυχους. Δεν είμαστε πια στο χωριό.»
Αλλά εγώ δεν μπορούσα να το δεχτώ. Όλη μου η ζωή ήταν ο Μιχάλης. Τον κάναμε αργά – στα 38 μου – μετά από χρόνια προσπαθειών και απογοητεύσεων. Όταν γεννήθηκε, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα του λείψει ποτέ τίποτα. Η δική μου μάνα με είχε παρατήσει μικρή για να φύγει στη Γερμανία. Μεγάλωσα με τη γιαγιά και τον παππού στο Περιστέρι, πάντα με μια αίσθηση ότι δεν ήμουν αρκετή για κανέναν.
Γι’ αυτό και έδωσα όλη μου την αγάπη στον Μιχάλη. Θυσίασα διακοπές, ρούχα, ακόμα και φίλους για να του προσφέρω όσα δεν είχα εγώ ποτέ. Τώρα όμως… τώρα ένιωθα πως όλα αυτά είχαν χαθεί.
Το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η φίλη μου η Μαρία.
«Τι έγινε σήμερα;»
Της τα είπα όλα, με λεπτομέρειες.
«Άννα, πρέπει να σταματήσεις να ανακατεύεσαι τόσο πολύ στη ζωή τους. Τα παιδιά σήμερα θέλουν χώρο.»
«Μα εγώ μόνο καλό θέλω να κάνω! Δεν βλέπεις πώς έχει αλλάξει ο Μιχάλης; Από τότε που μπήκε αυτή στη ζωή του…»
Η Μαρία σιώπησε για λίγο.
«Μήπως όμως κι εσύ τον κρατούσες πολύ κοντά σου;»
Έκλεισα το τηλέφωνο εκνευρισμένη. Κανείς δεν με καταλάβαινε.
Τις επόμενες μέρες προσπαθούσα να μην σκέφτομαι το περιστατικό, αλλά κάθε φορά που έβλεπα φωτογραφίες του Μιχάλη και της Ελένης στο Facebook – χαμογελαστοί σε κάποια ταβέρνα στη Βουλιαγμένη – ένιωθα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Γιατί δεν με καλούσαν ποτέ μαζί τους; Γιατί η Ελένη δεν με ήθελε κοντά;
Ένα βράδυ αποφάσισα να πάρω τηλέφωνο τον Μιχάλη.
«Γιε μου… Θέλω να σε δω.»
Η φωνή του ήταν ψυχρή.
«Μαμά, έχουμε πολλά στο κεφάλι μας τώρα. Η Ελένη δουλεύει μέχρι αργά, εγώ τρέχω όλη μέρα… Δεν γίνεται κάθε τόσο.»
«Μόνο για λίγο… Να πιούμε έναν καφέ όλοι μαζί.»
Άκουσα ένα αναστεναγμό στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Θα δούμε.»
Έκλεισε πριν προλάβω να πω κάτι άλλο.
Το ίδιο βράδυ ξέσπασα στον Στέλιο.
«Δεν αντέχω άλλο! Νιώθω πως χάνω το παιδί μου! Αυτή η γυναίκα τον απομακρύνει από εμάς!»
Ο Στέλιος κούνησε το κεφάλι του κουρασμένος.
«Άννα, μήπως πρέπει να κοιτάξεις λίγο και τον εαυτό σου; Να βρεις κάτι που σε γεμίζει;»
Δεν ήθελα να ακούσω τίποτα άλλο. Πήγα στο δωμάτιο και έκλαψα μέχρι που με πήρε ο ύπνος.
Οι εβδομάδες περνούσαν και η σχέση μας γινόταν όλο και πιο ψυχρή. Τα Χριστούγεννα τους κάλεσα σπίτι για φαγητό – αρνήθηκαν λέγοντας πως θα πάνε στους γονείς της Ελένης στη Νέα Σμύρνη. Το Πάσχα τα ίδια. Κάθε φορά έβρισκαν μια δικαιολογία.
Μια μέρα συνάντησα τυχαία την Ελένη στο σούπερ μάρκετ. Ήταν μόνη της, χωρίς τον Μιχάλη.
«Καλημέρα, Ελένη.»
Με κοίταξε ξαφνιασμένη αλλά ευγενικά.
«Καλημέρα, κυρία Άννα.»
Προσπάθησα να χαμογελάσω.
«Όλα καλά; Ο Μιχάλης είναι καλά;»
Έγνεψε καταφατικά.
«Ναι… Απλώς δουλεύει πολύ τελευταία.»
Στάθηκα δίπλα της στη σειρά για το ταμείο. Ήθελα τόσο πολύ να της πω πόσο μου λείπει ο γιος μου, αλλά φοβήθηκα μήπως φανώ αδύναμη ή γραφική στα μάτια της.
Όταν γύρισα σπίτι, ξέσπασα σε λυγμούς μπροστά στον Στέλιο.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή την απόσταση! Γιατί δεν με θέλουν στη ζωή τους; Τι έκανα λάθος;»
Εκείνος με αγκάλιασε σιωπηλά – πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσα λίγη ζεστασιά.
Το ίδιο βράδυ πήρα μια απόφαση: θα σταματούσα να προσπαθώ τόσο πολύ. Θα έδινα χώρο στον Μιχάλη και στην Ελένη – όσο κι αν πονούσε αυτό μέσα μου. Ίσως έτσι καταλάβουν ότι τους αγαπώ πραγματικά και δεν θέλω να τους πιέζω.
Πέρασαν μήνες χωρίς νέα τους. Έμαθα από γνωστούς ότι η Ελένη ήταν έγκυος – κανείς δεν μπήκε στον κόπο να με ενημερώσει προσωπικά. Ο πόνος μέσα μου έγινε θυμός και μετά απελπισία.
Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο: ήταν ο Μιχάλης.
«Μαμά… Γεννήσαμε ένα κοριτσάκι.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα – χαράς και πίκρας μαζί.
«Να σας ζήσει! Να τη χαίρεστε!» κατάφερα να πω μέσα στους λυγμούς μου.
Δεν με κάλεσαν στο μαιευτήριο. Δεν είδα ποτέ τη μικρή παρά μόνο σε φωτογραφίες που ανέβαζαν στα social media. Κανείς δεν σκέφτηκε ότι ίσως ήθελα κι εγώ να κρατήσω στην αγκαλιά μου το εγγονάκι μου.
Τώρα περνάω τις μέρες μου κοιτώντας παλιές φωτογραφίες του Μιχάλη – τότε που ήταν παιδί κι εγώ ήμουν ο κόσμος του όλος. Αναρωτιέμαι αν έκανα λάθος που του έδωσα τόση αγάπη ή αν τελικά η Ελένη κατάφερε αυτό που φοβόμουν: να τον πάρει μακριά μας για πάντα.
Αλήθεια… Πόσο εύκολο είναι για μια μάνα να αφήσει πίσω της το παιδί της; Και πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί να καταλάβει τον πόνο της μάνας του;