Δεν χρειάζεται να είσαι όμορφη, αρκεί να είσαι χρήσιμη – Η ιστορία μιας Ελληνίδας για την αόρατη ζωή της
«Πάλι μόνη σου θα μείνεις απόψε, Ελένη;» Η φωνή της μητέρας μου διαπερνά το σαλόνι, καθώς το ρολόι χτυπάει οκτώ και η βροχή χτυπάει τα τζάμια με μανία. Κάθομαι απέναντί της, με το πιάτο μου σχεδόν άθικτο, και νιώθω το βλέμμα της να με βαραίνει. «Μάνα, δεν είναι τόσο απλό. Δεν είναι ότι δεν θέλω…» ψιθυρίζω, αλλά εκείνη με διακόπτει με ένα βλέμμα γεμάτο απογοήτευση. «Στα τριανταπέντε σου, Ελένη, άλλες έχουν παιδιά, οικογένεια. Εσύ ακόμα να βρεις έναν άνθρωπο;»
Η αλήθεια είναι πως όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να είμαι αυτή που χρειάζονται οι άλλοι. Από μικρή, όταν ο πατέρας μου έχανε τη δουλειά του και η μητέρα μου έπρεπε να δουλεύει διπλοβάρδιες, εγώ ήμουν εκεί. Έκανα τα ψώνια, διάβαζα τον μικρό μου αδερφό, μαγείρευα, καθάριζα. Όταν ο πατέρας μου έπινε παραπάνω και φώναζε, εγώ ήμουν αυτή που έτρεχε να τον ηρεμήσει, να προστατέψει τη μάνα και τον αδερφό μου. Πάντα ήμουν η «χρήσιμη».
Στο σχολείο δεν ήμουν ποτέ η όμορφη, ούτε η δημοφιλής. Ήμουν αυτή που βοηθούσε τους άλλους με τα μαθήματα, που έγραφε τις εργασίες για τις φίλες της, που άκουγε τα προβλήματά τους χωρίς να μιλάει ποτέ για τα δικά της. Όταν μεγάλωσα και μπήκα στη δουλειά, έγινα η «Ελένη που τα φτιάχνει όλα». Όλοι με ήθελαν στην ομάδα τους, αλλά κανείς δεν με καλούσε για καφέ μετά τη δουλειά. Κανείς δεν με έβλεπε πραγματικά.
Οι σχέσεις μου με τους άντρες ήταν πάντα ίδιες. Στην αρχή με πλησίαζαν γιατί ήμουν καλή ακροάτρια, γιατί ήξερα να φροντίζω, να μαγειρεύω, να οργανώνω. Μετά από λίγο, όμως, γινόμουν δεδομένη. Ο Νίκος, ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας, με άφησε γιατί «ήθελε κάτι πιο παθιασμένο». Ο Σταύρος, με τον οποίο έμεινα τρία χρόνια, με έβλεπε σαν τη μάνα του – όχι σαν γυναίκα. «Είσαι πολύ καλή, Ελένη, αλλά δεν νιώθω αυτό το κάτι», μου είπε όταν έφυγε. Και εγώ έμεινα πάλι μόνη, να αναρωτιέμαι τι μου λείπει.
Η μητέρα μου δεν το καταλαβαίνει. Για εκείνη, το να είσαι χρήσιμη είναι αρετή. «Οι άντρες θέλουν μια γυναίκα που να ξέρει να κρατάει σπίτι», λέει πάντα. Μα εγώ κουράστηκα να είμαι μόνο αυτό. Κουράστηκα να με βλέπουν σαν εργαλείο, σαν λύση στα προβλήματα των άλλων. Θέλω να με δει κάποιος σαν γυναίκα, να με επιθυμήσει, να με θαυμάσει. Να με αγαπήσει για αυτό που είμαι, όχι για αυτό που προσφέρω.
«Ελένη, αύριο να περάσεις από το σπίτι της θείας σου. Θέλει βοήθεια με τα χαρτιά της», μου λέει η μητέρα μου, λες και είναι αυτονόητο πως θα τρέξω. «Μάνα, δεν μπορώ. Έχω δουλειά», απαντώ, και βλέπω το πρόσωπό της να σκοτεινιάζει. «Πάντα βρίσκεις δικαιολογίες. Όλοι σε χρειάζονται κι εσύ…»
Αναρωτιέμαι πότε θα με χρειαστεί κάποιος για μένα, όχι για τις υπηρεσίες μου. Πότε θα με δει κάποιος και θα πει «θέλω την Ελένη, όχι την Ελένη που βοηθάει». Το βράδυ, ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και σκέφτομαι τη ζωή μου. Πόσες φορές έχω πει «ναι» όταν ήθελα να πω «όχι»; Πόσες φορές έχω καταπιεί τα δάκρυά μου για να μην στενοχωρήσω τους άλλους;
Στη δουλειά, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Ο προϊστάμενός μου, ο κύριος Παπαδόπουλος, με φωνάζει πάντα τελευταία στιγμή για να διορθώσω τα λάθη των άλλων. «Ελένη, ξέρω ότι μπορείς να το φτιάξεις», μου λέει με ένα χαμόγελο, και εγώ πάλι σκύβω το κεφάλι και το κάνω. Οι συνάδελφοι με ευχαριστούν, αλλά κανείς δεν με ρωτάει ποτέ αν είμαι καλά. Μια μέρα, η Μαρία, η μόνη που μιλάμε λίγο παραπάνω, με ρωτάει: «Ελένη, γιατί δεν βγαίνεις ποτέ μαζί μας;» Της χαμογελάω αμήχανα. «Δεν ξέρω… Ίσως δεν με χρειάζεστε εκεί», της λέω, και εκείνη με κοιτάει λες και δεν καταλαβαίνει.
Τα Σαββατοκύριακα, οι φίλες μου παντρεύονται, βαφτίζουν παιδιά, ανεβάζουν φωτογραφίες με τα χαμόγελά τους. Εγώ πηγαίνω σε γάμους και βαφτίσια, πάντα με ένα δώρο στο χέρι, πάντα με ένα ψεύτικο χαμόγελο. Η θεία μου με ρωτάει κάθε φορά: «Εσύ πότε θα βρεις έναν καλό άνθρωπο;» Κάθε φορά που ακούω αυτή την ερώτηση, νιώθω να μικραίνω. Σαν να μην είμαι αρκετή αν δεν ανήκω κάπου, αν δεν με διεκδικεί κανείς.
Μια μέρα, μετά από μια δύσκολη εβδομάδα στη δουλειά, γυρίζω σπίτι και βρίσκω τη μητέρα μου να κάθεται στο τραπέζι, με το βλέμμα χαμένο. «Τι έχεις;» τη ρωτάω. «Σκέφτομαι τον πατέρα σου. Πόσο άλλαξε η ζωή μας όταν έφυγε…» μου λέει. Κάθομαι δίπλα της και για πρώτη φορά νιώθω πως δεν είμαι μόνο η κόρη που βοηθάει, αλλά μια γυναίκα που μπορεί να καταλάβει. «Μάνα, δεν είναι κακό να είσαι μόνη. Κακό είναι να νιώθεις αόρατη», της λέω. Με κοιτάει με δάκρυα στα μάτια. «Ελένη, φοβάμαι για σένα. Μην μείνεις μόνη σαν εμένα.»
Τη νύχτα εκείνη, παίρνω μια απόφαση. Δεν θα αφήσω άλλο τη ζωή μου να κυλάει έτσι. Αρχίζω να λέω «όχι». Όχι στη θεία που θέλει βοήθεια με τα χαρτιά της, όχι στον προϊστάμενο που θέλει να μείνω ως αργά, όχι στη φίλη που με θυμάται μόνο όταν έχει ανάγκη. Στην αρχή νιώθω ενοχές, αλλά σιγά σιγά αρχίζω να αναπνέω. Βρίσκω χρόνο για μένα. Πηγαίνω μόνη μου σινεμά, διαβάζω βιβλία που πάντα ήθελα, γράφω σε ένα παλιό τετράδιο όλα όσα νιώθω.
Μια μέρα, στο μετρό, γνωρίζω τον Γιώργο. Δεν είναι ο άντρας των ονείρων μου, αλλά είναι ο πρώτος που με ρωτάει «Τι θέλεις εσύ, Ελένη;» και όχι «Τι μπορείς να κάνεις για μένα;» Στην αρχή δυσκολεύομαι να απαντήσω. Δεν ξέρω τι θέλω. Όλη μου τη ζωή ήξερα μόνο τι θέλουν οι άλλοι. Αλλά με τον καιρό, αρχίζω να μαθαίνω. Θέλω να με βλέπουν. Θέλω να με αγαπούν για αυτό που είμαι. Θέλω να είμαι ορατή.
Η μητέρα μου ακόμα δυσκολεύεται να το καταλάβει. «Ελένη, άλλαξες», μου λέει μια μέρα. «Δεν είσαι πια το κορίτσι που ήξερα.» Της χαμογελάω. «Ίσως ήρθε η ώρα να γνωρίσεις τη γυναίκα που έγινα.»
Σκέφτομαι συχνά: Είναι αρκετό να είσαι χρήσιμη; Ή μήπως όλοι, βαθιά μέσα μας, θέλουμε να μας δουν, να μας αγαπήσουν, να μας επιλέξουν; Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ αόρατοι;