Ατελείωτο Κλάμα από το Διαμέρισμα 3Β: Τι Θα Μπορούσαμε να Είχαμε Κάνει Διαφορετικά;

«Μαμά, γιατί το παιδάκι από το 3Β κλαίει κάθε βράδυ;» Η φωνή της μικρής μου κόρης, της Ελένης, με ξύπνησε από τις σκέψεις μου. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, και το ίδιο γνώριμο, σπαρακτικό κλάμα αντηχούσε ξανά στους τοίχους της πολυκατοικίας μας στα Πατήσια. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Πόσες φορές είχαμε ακούσει αυτό το κλάμα; Πόσες φορές είχαμε κοιταχτεί αμήχανα με τους άλλους γείτονες, προσποιούμενοι πως δεν συμβαίνει τίποτα;

«Κοιμήσου, αγάπη μου. Ίσως είναι άρρωστο το παιδάκι», ψιθύρισα, αν και ήξερα πως δεν ήταν αλήθεια. Η Ελένη με κοίταξε με εκείνα τα μεγάλα, γεμάτα απορία μάτια. «Μα κάθε βράδυ, μαμά;»

Το επόμενο πρωί, στο ασανσέρ, συνάντησα τη Μαρία από το 2Α. «Άκουσες πάλι το κλάμα;» με ρώτησε χαμηλόφωνα, σχεδόν ντροπιασμένα. «Ναι…» απάντησα, και για μια στιγμή σκεφτήκαμε να κάνουμε κάτι. «Να πάμε να χτυπήσουμε την πόρτα;» πρότεινε. «Κι αν μας πουν ότι δεν είναι τίποτα; Κι αν θυμώσουν;» Η φωνή μου έτρεμε. Η Μαρία αναστέναξε. «Όλοι το ακούμε, αλλά κανείς δεν κάνει τίποτα. Φοβόμαστε.»

Οι μέρες περνούσαν, το κλάμα συνεχιζόταν. Άλλοτε ήταν βραχνό, άλλοτε σιγανό, αλλά πάντα εκεί. Στην πολυκατοικία μας, όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν μιλούσε. Ο κύριος Σπύρος, ο διαχειριστής, έλεγε πως «δεν είναι δική μας δουλειά». Η κυρία Ευγενία από το 4Β έλεγε πως «οι άνθρωποι αυτοί είναι κλειστοί, δεν μιλάνε σε κανέναν». Κάποιοι ψιθύριζαν πως ο πατέρας ήταν βίαιος, πως η μάνα δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι. Εγώ, κάθε φορά που περνούσα από την πόρτα του 3Β, ένιωθα ένα βάρος στο στήθος.

Μια μέρα, καθώς κατέβαινα τα σκαλιά, είδα τη μικρή Άννα, το κοριτσάκι του 3Β, να κάθεται στο πλατύσκαλο, με τα μάτια κατακόκκινα και τα χέρια της να τρέμουν. «Είσαι καλά;» τη ρώτησα απαλά. Με κοίταξε φοβισμένα, δεν μίλησε. Πριν προλάβω να πω κάτι άλλο, η μητέρα της βγήκε από το διαμέρισμα και την άρπαξε από το χέρι. «Μην ενοχλείς τους γείτονες, Άννα!» είπε αυστηρά, και με κοίταξε με βλέμμα που με πάγωσε. Ένιωσα ντροπή που δεν έκανα τίποτα, που άφησα τη στιγμή να περάσει.

Το ίδιο βράδυ, στο μπαλκόνι, άκουσα φωνές. Ο πατέρας φώναζε, η μάνα έκλαιγε, το παιδί ούρλιαζε. Ένιωσα τα χέρια μου να ιδρώνουν. Πήρα το κινητό, έγραψα το 100, αλλά δεν πάτησα ποτέ το κουμπί. «Κι αν κάνω λάθος; Κι αν τους καταστρέψω τη ζωή άδικα;» σκέφτηκα. Την επόμενη μέρα, όλα φάνηκαν ήσυχα. Η Άννα δεν φάνηκε στο σχολικό. Η μάνα της δεν βγήκε ούτε για τα σκουπίδια.

Στο επόμενο συμβούλιο της πολυκατοικίας, το θέμα ήρθε ξανά στην επιφάνεια. «Πρέπει να κάνουμε κάτι», είπε η Μαρία. Ο κύριος Σπύρος κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπλέκεις με τέτοια. Θα μας βρουν μπελάδες.» Η κυρία Ευγενία συμφώνησε. «Κι αν είναι απλώς ένα δύσκολο παιδί;» Εγώ δεν μίλησα. Ένιωθα δειλή, ανίκανη. Το ίδιο βράδυ, το κλάμα ξανάρχισε, πιο δυνατό από ποτέ. Η Ελένη ήρθε στο κρεβάτι μου, τυλίχτηκε γύρω μου. «Μαμά, φοβάμαι», μου είπε. Κι εγώ φοβόμουν. Φοβόμουν να κάνω το σωστό.

Οι μήνες περνούσαν. Το κλάμα έγινε μέρος της καθημερινότητάς μας. Κάποιοι συνήθισαν, κάποιοι έβαζαν μουσική για να το καλύψουν. Εγώ το άκουγα κάθε βράδυ, σαν ενοχή που δεν έφευγε ποτέ. Μια μέρα, η Άννα εμφανίστηκε με μελανιές στα χέρια. Η Μαρία με τράβηξε στην άκρη. «Δεν αντέχω άλλο. Θα καλέσω την αστυνομία.» Την απέτρεψα. «Περίμενε, ας μιλήσουμε πρώτα με τη μάνα της.» Πήγαμε μαζί, χτυπήσαμε την πόρτα. Η μάνα της Άννας άνοιξε, τα μάτια της πρησμένα. «Τι θέλετε;» ρώτησε ψυχρά. «Αν χρειάζεστε βοήθεια…» ψέλλισα. «Δεν είναι δική σας δουλειά», είπε και μας έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.

Το βράδυ εκείνο, το κλάμα ήταν ασταμάτητο. Η Ελένη δεν κοιμήθηκε καθόλου. Το πρωί, η Άννα δεν πήγε σχολείο. Η Μαρία με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια. «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε;» ρώτησε. Δεν απάντησα. Δεν ήξερα.

Ένα απόγευμα, ήρθε η αστυνομία. Δύο περιπολικά, φωνές, αναστάτωση. Όλη η πολυκατοικία βγήκε στα μπαλκόνια. Είδα την Άννα να βγαίνει αγκαλιά με μια αστυνομικό, το πρόσωπό της άδειο. Η μάνα της έκλαιγε, ο πατέρας φώναζε. Κανείς δεν πλησίασε. Κανείς δεν είπε τίποτα. Όταν έφυγαν, η σιωπή ήταν εκκωφαντική.

Την επόμενη μέρα, το διαμέρισμα 3Β ήταν άδειο. Το κλάμα σταμάτησε. Η Ελένη με ρώτησε: «Πού πήγε το κοριτσάκι;» Δεν ήξερα τι να της πω. Η Μαρία δεν μου ξαναμίλησε. Ο κύριος Σπύρος είπε πως «καλύτερα έτσι». Η κυρία Ευγενία έκανε τον σταυρό της. Εγώ, κάθε φορά που περνάω από το 3Β, νιώθω ένα βάρος που δεν φεύγει.

Αναρωτιέμαι κάθε μέρα: Αν είχαμε μιλήσει νωρίτερα, αν είχαμε φωνάξει βοήθεια, θα είχε σωθεί η Άννα; Θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει κάτι διαφορετικό; Ή μήπως όλοι μας, με τον φόβο και τη σιωπή μας, γίναμε συνένοχοι;

«Τι αξίζει περισσότερο; Η ησυχία μας ή η φωνή ενός παιδιού που ζητά βοήθεια;»

«Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;»