«Μην μπεις στο αυτοκίνητό μου όσο είσαι έγκυος!» – Μια ιστορία για δεισιδαιμονίες, οικογενειακές συγκρούσεις και μοναξιά στην Ελλάδα

«Μαρία, σου είπα, μην μπεις στο αυτοκίνητο! Δεν το καταλαβαίνεις;» Η φωνή του Νίκου αντήχησε στο μικρό πάρκινγκ της πολυκατοικίας, τόσο δυνατά που σίγουρα τον άκουσαν και οι γείτονες. Κρατούσα την κοιλιά μου, που είχε αρχίσει να φουσκώνει, και ένιωθα τα μάτια μου να καίνε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Νίκος έδειχνε να πιστεύει σε παράξενες δεισιδαιμονίες, αλλά αυτή τη φορά με πλήγωσε περισσότερο από ποτέ.

«Νίκο, τι λες; Πού να πάω; Έχει ήλιο, δεν αντέχω να περπατήσω μέχρι το σπίτι της μάνας σου!» του απάντησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Εκείνος, όμως, είχε ήδη βγει από το αυτοκίνητο και μου άνοιγε την πόρτα, σχεδόν με το ζόρι.

«Δεν το καταλαβαίνεις; Μου το είπε ο πατέρας μου! Αν μπει έγκυος γυναίκα στο καινούριο αυτοκίνητο, θα φέρει γρουσουζιά, θα χαλάσει, θα έχουμε ατυχήματα! Δεν θέλω να το ρισκάρω!»

Έμεινα να τον κοιτάζω, με το χέρι στην κοιλιά και το άλλο να τρέμει από τα νεύρα. Ποτέ δεν πίστευα σε τέτοια πράγματα, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ο άντρας μου θα με έβγαζε από το αυτοκίνητο για μια τέτοια ανοησία. Οι γείτονες είχαν σταματήσει να φορτώνουν τα ψώνια τους και μας κοιτούσαν διακριτικά, με εκείνο το βλέμμα που ξέρεις ότι θα γίνει κουτσομπολιό στην είσοδο το βράδυ.

«Εντάξει, Νίκο. Θα πάω με τα πόδια. Μην ανησυχείς, δεν θα σου χαλάσω το αμάξι», του είπα, και η φωνή μου έσπασε. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και άρχισα να περπατάω, νιώθοντας το βάρος της κοιλιάς μου και της ντροπής να με πλακώνει.

Όταν έφτασα στο σπίτι της μάνας μου, η κυρία Ελένη με κοίταξε με απορία. «Τι έπαθες, κορίτσι μου; Γιατί είσαι έτσι ιδρωμένη;»

Δεν ήθελα να της πω. Ήξερα ότι θα έπαιρνε το μέρος του Νίκου, όπως πάντα. «Τίποτα, μαμά. Απλώς περπάτησα λίγο παραπάνω.»

«Καλά να του πεις να σε προσέχει, τώρα που είσαι σε ενδιαφέρουσα. Οι άντρες δεν καταλαβαίνουν…»

Ήθελα να της φωνάξω ότι ο άντρας μου με έδιωξε από το αυτοκίνητο για μια δεισιδαιμονία, αλλά κράτησα το στόμα μου κλειστό. Ήξερα πως αν το έλεγα, θα το μάθαινε όλο το χωριό.

Οι μέρες περνούσαν και η απόσταση ανάμεσα σε μένα και τον Νίκο μεγάλωνε. Δεν ήταν μόνο το αυτοκίνητο. Ήταν όλα όσα είχαν μαζευτεί τα τελευταία χρόνια: οι γκρίνιες για τα λεφτά, οι καβγάδες για τα πεθερικά, η πίεση να κάνω αγόρι, γιατί «έτσι πρέπει στην οικογένεια». Κάθε φορά που προσπαθούσα να του μιλήσω, εκείνος έβρισκε μια δικαιολογία να φύγει ή να αλλάξει θέμα.

Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν μόνη στην κουζίνα, άκουσα τη φωνή του πεθερού μου από το σαλόνι. «Νίκο, καλά έκανες και δεν την άφησες να μπει. Αυτά τα πράγματα τα ξέρουμε από παλιά. Μην ακούς τις γυναίκες, αυτές δεν ξέρουν!»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Πόσο ακόμα θα ανεχόμουν να με αντιμετωπίζουν σαν να είμαι κατώτερη; Πόσο ακόμα θα έπρεπε να υπομένω τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις τους; Ήθελα να φωνάξω, να σπάσω κάτι, να τους κάνω να καταλάβουν πόσο με πλήγωναν.

Την επόμενη μέρα, πήρα το θάρρος και μίλησα στη φίλη μου, τη Σοφία. «Δεν αντέχω άλλο, Σοφία. Νιώθω ότι πνίγομαι. Ο Νίκος δεν με βλέπει πια σαν γυναίκα του, αλλά σαν μια γρουσούζα που πρέπει να αποφεύγει. Και η μάνα του, όλο μου λέει να κάνω υπομονή, ότι έτσι είναι οι άντρες.»

Η Σοφία με αγκάλιασε. «Μαρία, δεν είσαι μόνη σου. Πολλές γυναίκες περνάνε τα ίδια. Αλλά πρέπει να βρεις τη δύναμη να μιλήσεις. Να του πεις πώς νιώθεις. Δεν μπορείς να ζεις έτσι.»

Προσπάθησα. Ένα βράδυ, όταν ο Νίκος γύρισε σπίτι, τον περίμενα στο σαλόνι. «Νίκο, πρέπει να μιλήσουμε. Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση. Νιώθω ότι με απορρίπτεις, ότι δεν με σέβεσαι. Δεν είμαι γρουσούζα, είμαι η γυναίκα σου και περιμένω το παιδί μας!»

Με κοίταξε για λίγο, αμήχανος. «Μαρία, δεν το κάνω για κακό. Απλώς… έτσι τα έμαθα. Ο πατέρας μου, η μάνα μου… Όλοι το λένε. Δεν θέλω να πάθει κάτι το αμάξι, ούτε εσύ ούτε το παιδί.»

«Και εγώ; Εγώ τι είμαι; Δεν με νοιάζεσαι;»

Σιώπησε. Πήρε το κινητό του και βγήκε στο μπαλκόνι. Έμεινα μόνη, να κοιτάζω το ταβάνι και να σκέφτομαι πώς έφτασα ως εδώ. Πώς γίνεται να νιώθω τόσο μόνη, ενώ είμαι παντρεμένη, ενώ περιμένω παιδί;

Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Ο Νίκος συνέχισε να με αποφεύγει. Η μάνα του ερχόταν κάθε μέρα να μου λέει πώς να φροντίζω το μωρό, τι να τρώω, τι να μην κάνω. «Μην κάθεσαι στα κρύα πλακάκια, θα πάθει το παιδί. Μην τρως φράουλες, θα βγει με σημάδια!»

Ένιωθα να πνίγομαι. Δεν είχα πια δικές μου σκέψεις, μόνο φωνές άλλων στο κεφάλι μου. Μια μέρα, πήγα στο γιατρό για τον υπέρηχο. Ήμουν μόνη. Ο Νίκος είχε δουλειά, η μάνα του δεν μπορούσε. Κάθισα στην αίθουσα αναμονής και κοίταζα τις άλλες γυναίκες, που γελούσαν με τους άντρες τους, που κρατούσαν τα χέρια τους. Ζήλεψα. Ζήλεψα τόσο πολύ που ένιωσα ντροπή.

Όταν γύρισα σπίτι, βρήκα τον Νίκο να βλέπει τηλεόραση. «Όλα καλά;» με ρώτησε, χωρίς να πάρει τα μάτια του από την οθόνη.

«Όλα καλά», του απάντησα ψέματα. Δεν είχε νόημα να του πω ότι ήθελα να είναι εκεί, να με κρατήσει από το χέρι, να χαρεί μαζί μου για το μωρό μας.

Το βράδυ, ξάπλωσα στο κρεβάτι και άρχισα να κλαίω σιωπηλά. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου, που έλεγε πάντα: «Οι γυναίκες στην Ελλάδα πρέπει να είναι δυνατές. Να αντέχουν τα πάντα.» Αλλά εγώ δεν ήθελα να αντέχω άλλο. Ήθελα να ζήσω, να χαρώ την εγκυμοσύνη μου, να νιώσω αγάπη, όχι φόβο και μοναξιά.

Μια μέρα, πήρα την απόφαση να φύγω για λίγο. Πήγα στο πατρικό μου, στη Νέα Μάκρη. Η μάνα μου με κοίταξε με απορία, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήξερε. Μου έφτιαξε τσάι και κάτσαμε σιωπηλές. Εκεί, μακριά από τις φωνές και τις δεισιδαιμονίες, άρχισα να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Να θυμάμαι ποια ήμουν πριν γίνω «η γυναίκα του Νίκου», πριν γίνω «η έγκυος».

Ο Νίκος με πήρε τηλέφωνο. «Πότε θα γυρίσεις;»

«Δεν ξέρω, Νίκο. Θέλω να σκεφτώ. Θέλω να καταλάβω αν μπορώ να ζήσω έτσι.»

Σιώπησε. Δεν είπε τίποτα. Κλείσαμε το τηλέφωνο και ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα ελεύθερη.

Τώρα, κάθομαι στο παλιό μου δωμάτιο και γράφω αυτή την ιστορία. Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο. Δεν ξέρω αν ο Νίκος θα αλλάξει, αν θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε ο ένας τον άλλον. Ξέρω μόνο ότι δεν θέλω να ζω στη σκιά των δεισιδαιμονιών και των φόβων των άλλων. Θέλω να μεγαλώσω το παιδί μου με αγάπη, όχι με προκαταλήψεις.

Άραγε, πόσες γυναίκες στην Ελλάδα νιώθουν όπως εγώ; Πόσες φοβούνται να μιλήσουν, να διεκδικήσουν τη χαρά τους; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;