Τρεις δεκαετίες σιωπής: Το μυστικό των χαμένων κοριτσιών από το λύκειο της Κηφισιάς

«Γιατί δεν μιλάς, Νίκο; Τόσα χρόνια, τίποτα;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που είχαν περάσει δεκαετίες από εκείνο το βράδυ. Ήμουν δεκαεπτά χρονών, μαθητής στο λύκειο της Κηφισιάς, όταν χάθηκαν τα τέσσερα κορίτσια. Τότε, κανείς δεν ήξερε τίποτα. Ή έτσι νομίζαμε.

Αλλά τώρα, τριάντα χρόνια μετά, κρατούσα στα χέρια μου έναν φάκελο που βρήκα τυχαία στο παλιό γραφείο του πατέρα μου. Ήταν γεμάτος με σημειώσεις, φωτογραφίες, και επιστολές – όλα για εκείνη την υπόθεση. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. «Τι είναι όλα αυτά;» ψιθύρισα στον εαυτό μου, ενώ τα δάχτυλά μου έτρεμαν.

Η πρώτη φωτογραφία ήταν της Άννας, της καλύτερής μου φίλης. Θυμάμαι το γέλιο της, τα μεγάλα της μάτια, το πώς με τραβούσε πάντα να χορέψουμε στις σχολικές γιορτές. Ήταν η πρώτη που χάθηκε. Μετά, μέσα σε δύο εβδομάδες, εξαφανίστηκαν και οι άλλες τρεις: η Μαρία, η Ελένη, η Σοφία. Όλη η Κηφισιά είχε βυθιστεί στο πένθος και στον φόβο. Οι γονείς μας δεν μας άφηναν να κυκλοφορούμε μόνοι. Οι δάσκαλοι έκαναν πως δεν ήξεραν τίποτα, αλλά τα μάτια τους ήταν γεμάτα ανησυχία.

«Νίκο, εσύ δεν ήσουν φίλος με την Άννα;» με ρώτησε τότε ο πατέρας μου, λίγο μετά την εξαφάνιση. «Ναι, αλλά δεν ξέρω τίποτα, μπαμπά», του απάντησα. Ήταν αλήθεια; Ή μήπως ήξερα κάτι και το είχα θάψει βαθιά μέσα μου;

Ξεκίνησα να διαβάζω τα γράμματα που είχε φυλάξει ο πατέρας μου. Ήταν ανταλλαγές με τον διευθυντή του σχολείου, τον κύριο Παπαδόπουλο. «Πρέπει να μιλήσουμε για τα κορίτσια. Υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρει η αστυνομία», έγραφε ο πατέρας μου. Ανατρίχιασα. Ποια πράγματα; Γιατί δεν μου είχε πει ποτέ τίποτα;

Ένα από τα γράμματα ήταν από τη μητέρα της Μαρίας. «Σας παρακαλώ, αν ξέρετε κάτι, βοηθήστε μας. Δεν αντέχω άλλο αυτή τη σιωπή.» Η φωνή της απόγνωσης με χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι. Θυμήθηκα τη Μαρία, πάντα ήσυχη, πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι. Ποιος θα ήθελε να της κάνει κακό;

Συνέχισα να ψάχνω. Βρήκα ένα ημερολόγιο της Άννας. Οι τελευταίες της καταχωρήσεις ήταν γεμάτες φόβο. «Κάποιος μας παρακολουθεί. Το είπα στη Σοφία, αλλά δεν με πιστεύει. Η Μαρία λέει να μην ανησυχώ, αλλά εγώ ξέρω ότι κάτι δεν πάει καλά.»

Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Θυμήθηκα εκείνο το απόγευμα, λίγο πριν χαθεί η Άννα. Είχαμε τσακωθεί. «Δεν με ακούς ποτέ, Νίκο! Όλα τα παίρνεις στην πλάκα!» μου είχε φωνάξει. Εγώ της γύρισα την πλάτη. Ήμουν θυμωμένος, αλλά τώρα, τριάντα χρόνια μετά, το μόνο που ήθελα ήταν να της είχα δώσει σημασία.

Η μητέρα μου μπήκε στο δωμάτιο. «Τι ψάχνεις εκεί;» με ρώτησε. «Βρήκα κάτι… για τα κορίτσια», της είπα. Το πρόσωπό της χλώμιασε. «Άστα αυτά, Νίκο. Πέρασαν τόσα χρόνια. Μην ξύνεις πληγές.» Αλλά εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω. Κάτι μέσα μου έλεγε πως έπρεπε να μάθω την αλήθεια.

Τηλεφώνησα στον παλιό μου συμμαθητή, τον Γιώργο. «Θυμάσαι τι έγινε τότε;» τον ρώτησα. Στην αρχή δίστασε. «Νίκο, αυτά είναι παλιά. Δεν βγήκε ποτέ άκρη. Μην τα σκαλίζεις.» Αλλά επέμεινα. «Γιώργο, βρήκα έγγραφα του πατέρα μου. Κάτι ήξερε. Μήπως… μήπως ξέρεις κι εσύ κάτι;»

Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής. «Εντάξει, θα σου πω. Εκείνο το βράδυ, είδα τον κύριο Παπαδόπουλο να μιλάει με την Άννα πίσω από το σχολείο. Φαινόταν θυμωμένος. Δεν το είπα ποτέ σε κανέναν. Φοβήθηκα.»

Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Ο διευθυντής; Πάντα τόσο αυστηρός, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να έχει σχέση με την εξαφάνιση.

Πήγα στο παλιό σχολείο. Ήταν εγκαταλελειμμένο πια, γεμάτο γκράφιτι και σπασμένα τζάμια. Περπάτησα στους διαδρόμους, άκουσα τα βήματά μου να αντηχούν. Στάθηκα μπροστά στην αίθουσα που κάναμε μάθημα με την Άννα. Έκλεισα τα μάτια μου και θυμήθηκα το γέλιο της.

Ξαφνικά, άκουσα βήματα πίσω μου. Γύρισα απότομα. Ήταν ο κύριος Παπαδόπουλος, γερασμένος πια, αλλά το βλέμμα του το ίδιο σκληρό. «Τι κάνεις εδώ, Νίκο;» με ρώτησε. «Ψάχνω απαντήσεις», του είπα. «Γιατί δεν μιλήσατε ποτέ; Τι συνέβη στα κορίτσια;»

Με κοίταξε για λίγο σιωπηλός. «Δεν ήταν όπως νομίζετε. Τα κορίτσια… είχαν μπλέξει σε κάτι που δεν μπορούσαν να διαχειριστούν. Προσπάθησα να τις προστατέψω, αλλά…» Η φωνή του έσπασε. «Απέτυχα.»

«Τι εννοείτε;» φώναξα. «Πείτε μου!»

«Υπήρχε μια ομάδα αγοριών από το διπλανό σχολείο. Τις εκβίαζαν. Εγώ το έμαθα αργά. Όταν πήγα να μιλήσω στην Άννα, ήταν ήδη φοβισμένη. Την επόμενη μέρα είχε χαθεί. Μετά και οι άλλες. Δεν ξέρω τι απέγιναν. Η αστυνομία… δεν ήθελε να σκαλίσει τα πράγματα. Οι οικογένειες είχαν δύναμη. Όλοι σιώπησαν.»

Ένιωσα να καταρρέω. Όλα αυτά τα χρόνια, όλοι ξέραμε κάτι, αλλά κανείς δεν μίλησε. Η σιωπή μας ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα.

Γύρισα σπίτι. Η μητέρα μου με περίμενε. «Τι έμαθες;» με ρώτησε. «Ότι όλοι φταίμε», της απάντησα. «Όλοι σιωπήσαμε. Κανείς δεν προστάτεψε τα κορίτσια.»

Τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν τα πρόσωπα των κοριτσιών, τις οικογένειές τους, τη δική μου ενοχή. Πόσες φορές είχα δει κάτι περίεργο και το είχα αγνοήσει; Πόσες φορές είχα ακούσει ψιθύρους και δεν είχα ρωτήσει;

Το πρωί, πήγα στο κοιμητήριο. Άφησα λουλούδια στα μνήματα των κοριτσιών. Έμεινα εκεί, σιωπηλός, μέχρι που άρχισε να βρέχει.

Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, αναρωτιέμαι: Μπορείς ποτέ να συγχωρέσεις τον εαυτό σου για την τύφλωση; Ή μήπως η σιωπή μας είναι το μόνο που μας αξίζει;

Εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου; Θα αντέχατε να ζείτε με ένα τέτοιο μυστικό;