«Σήκωσα το κινητό της φίλης μου και άκουσα τη φωνή του άντρα μου» – Μια νύχτα που άλλαξε τα πάντα
«Μαρία, σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό τώρα…» Η φωνή της Σοφίας έτρεμε, τα μάτια της γυάλιζαν από δάκρυα που δεν είχαν ακόμα κυλήσει. Ήταν αργά το απόγευμα, μόλις είχα σχολάσει από τη δουλειά, και το μόνο που ήθελα ήταν να γυρίσω σπίτι, να βάλω τις πιτζάμες μου και να ξεχάσω τη μέρα. Όμως, κάτι μέσα μου με έσπρωξε να περάσω από το σπίτι της Σοφίας. Ήξερα ότι περνούσε δύσκολα μετά το διαζύγιο, κι εγώ ήμουν πάντα εκεί για εκείνη. Ή έτσι νόμιζα.
Μπήκα στο μικρό της διαμέρισμα στα Πατήσια, κι αμέσως με τύλιξε η μυρωδιά του καφέ και του τσιγάρου. Η Σοφία καθόταν στον καναπέ, με τα μαλλιά της αχτένιστα και το βλέμμα της χαμένο. «Τι έγινε πάλι;» τη ρώτησα, προσπαθώντας να ακουστώ ανάλαφρη. Εκείνη χαμογέλασε αχνά, αλλά δεν απάντησε. Κάθισα δίπλα της, άφησα την τσάντα μου στο πάτωμα και άρχισα να της μιλάω για τη δουλειά, για να σπάσω τη σιωπή. Ξαφνικά, το κινητό της άρχισε να χτυπάει. Εκείνη δεν έκανε καμία κίνηση να το σηκώσει. «Δεν θέλω να μιλήσω σε κανέναν», μου είπε. Το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπάει επίμονα. «Να το σηκώσω εγώ;» ρώτησα, κι εκείνη έγνεψε αδιάφορα.
Πήρα το κινητό της στα χέρια μου. Στην οθόνη έγραφε «Άγνωστος». Πάτησα το πράσινο κουμπί. «Ναι;» είπα διστακτικά. Για μια στιγμή, στην άλλη άκρη της γραμμής επικράτησε σιωπή. Κι ύστερα, άκουσα τη φωνή του. «Σοφία; Αγάπη μου, είσαι εκεί;» Η φωνή του Νίκου, του άντρα μου, ήταν τόσο γνώριμη, τόσο οικεία, που για μια στιγμή νόμισα ότι είχα παραισθήσεις. Πάγωσα. Δεν μπορούσα να μιλήσω. «Σοφία;» ξαναείπε, αυτή τη φορά πιο ανήσυχα. Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να πω λέξη.
Η Σοφία με κοίταξε, το πρόσωπό της άσπρισε. «Ποιος ήταν;» ρώτησε ψιθυριστά. Δεν απάντησα αμέσως. Ένιωθα το αίμα να φεύγει από το σώμα μου, τα χέρια μου να τρέμουν. «Ήταν ο Νίκος», είπα τελικά, με μια φωνή που δεν αναγνώριζα. Η Σοφία έσκυψε το κεφάλι, τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. «Συγγνώμη, Μαρία…» ψιθύρισε.
Ένιωσα να πνίγομαι. «Τι συμβαίνει; Από πότε;» Η φωνή μου έβγαινε κοφτή, σχεδόν ξένη. Η Σοφία δεν απάντησε αμέσως. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Την ακολούθησα. «Πες μου! Από πότε;» φώναξα αυτή τη φορά. Εκείνη γύρισε και με κοίταξε με μάτια γεμάτα ενοχή. «Δεν ήθελα να γίνει έτσι… Ήταν μετά το διαζύγιο. Ήμουν χάλια, κι εκείνος… εκείνος ήταν εκεί. Μου τηλεφωνούσε, με ρωτούσε αν είμαι καλά. Δεν ξέρω πώς έγινε, Μαρία, στο ορκίζομαι…»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Ο Νίκος, ο άντρας μου, με τη Σοφία, τη φίλη μου, τη γυναίκα που ήξερα από το πανεπιστήμιο, που είχαμε μοιραστεί τα πάντα. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια στη Νάξο, τα ξενύχτια, τα γέλια μας. Πώς μπορούσε να μου το κάνει αυτό; Πώς μπορούσαν και οι δύο;
«Πόσο καιρό;» ρώτησα, σχεδόν ψιθυριστά. Η Σοφία έσβησε το τσιγάρο της, έτριψε τα μάτια της. «Τρεις μήνες. Δεν είναι σχέση, Μαρία, δεν είναι αυτό που νομίζεις. Ήταν… ήταν παρηγοριά. Ήταν λάθος. Στο ορκίζομαι, ήθελα να σου το πω, αλλά… φοβόμουν. Δεν ήθελα να σε χάσω.»
Γέλασα πικρά. «Δεν ήθελες να με χάσεις; Και τι νόμιζες, ότι δεν θα το μάθαινα ποτέ; Ότι θα μπορούσες να κοιτάς τα παιδιά μου στα μάτια και να κάνεις σαν να μην τρέχει τίποτα;» Η φωνή μου έσπασε. Θυμήθηκα τα βράδια που ο Νίκος αργούσε να γυρίσει, τις δικαιολογίες του, τα «έχω δουλειά», τα «είμαι κουρασμένος». Θυμήθηκα τη μοναξιά που ένιωθα, ακόμα και όταν ήμασταν μαζί στο ίδιο δωμάτιο.
Η Σοφία έκλαιγε σιωπηλά. «Συγγνώμη, Μαρία. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πω. Αν θέλεις να με μισήσεις, το καταλαβαίνω.»
Δεν ήξερα τι να κάνω. Ήθελα να φύγω, να τρέξω μακριά, να ουρλιάξω. Αλλά τα πόδια μου δεν με κρατούσαν. Κάθισα στο πάτωμα, έβαλα το κεφάλι στα χέρια μου. «Γιατί;» ψιθύρισα. «Γιατί σε μένα;»
Η Σοφία κάθισε δίπλα μου. «Δεν το ήθελα, Μαρία. Ήμουν τόσο μόνη. Κι εκείνος… έλεγε ότι κι εσύ ήσουν μακριά, ότι δεν τον καταλάβαινες πια. Ότι είχε ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον.»
Ένιωσα το θυμό να φουντώνει μέσα μου. «Και δεν σκέφτηκες ούτε στιγμή εμένα; Τα παιδιά μου; Τη φιλία μας;»
Η Σοφία με κοίταξε με μάτια γεμάτα ενοχή. «Σκέφτηκα, αλλά ήταν αργά. Κάθε φορά που έλεγα να το σταματήσω, εκείνος με έπειθε ότι δεν κάνουμε τίποτα κακό, ότι απλώς βοηθάμε ο ένας τον άλλον να σταθεί στα πόδια του.»
Σηκώθηκα απότομα. «Δεν μπορώ να το ακούω άλλο αυτό. Δεν μπορώ να σε βλέπω.» Πήρα την τσάντα μου, βγήκα από το σπίτι της χωρίς να κοιτάξω πίσω. Ο αέρας της Αθήνας ήταν βαρύς, γεμάτος καυσαέριο και υγρασία. Περπατούσα χωρίς να ξέρω πού πάω. Το μυαλό μου έτρεχε. Τι θα πω στα παιδιά; Τι θα πω στη μάνα μου, που πάντα έλεγε ότι ο Νίκος είναι «διαμάντι»; Πώς θα ξανακοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη;
Έφτασα σπίτι αργά. Ο Νίκος ήταν εκεί, καθόταν στον καναπέ και έβλεπε τηλεόραση. Μόλις με είδε, σηκώθηκε. «Πού ήσουν; Ανησύχησα.» Τον κοίταξα στα μάτια. «Στη Σοφία», του είπα. Για μια στιγμή, το πρόσωπό του πάγωσε. «Τι έγινε;» ρώτησε, προσπαθώντας να ακουστεί αδιάφορος. «Ξέρεις πολύ καλά τι έγινε», του απάντησα. Εκείνος έσκυψε το κεφάλι. «Μαρία, άκουσέ με…»
«Δεν θέλω να ακούσω τίποτα. Θέλω να μου πεις μόνο ένα πράγμα: Γιατί;»
Ο Νίκος έτριψε το πρόσωπό του, πήγε να μιλήσει, αλλά σταμάτησε. «Δεν ξέρω. Ήμουν χαμένος. Εσύ ήσουν πάντα δυνατή, πάντα σωστή. Εγώ… ένιωθα ότι δεν με χρειάζεσαι πια.»
«Και βρήκες παρηγοριά στη φίλη μου;» Η φωνή μου έσπασε. «Στη γυναίκα που ήξερε τα πάντα για εμάς;»
Ο Νίκος δεν απάντησε. Κάθισε στο τραπέζι, έσκυψε το κεφάλι. «Συγγνώμη, Μαρία. Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»
«Αλλά το έκανες», του είπα. «Και τώρα; Τι θα κάνουμε;»
Σιωπή. Μόνο το ρολόι στον τοίχο ακουγόταν. Σκέφτηκα τα παιδιά μας, τη ζωή μας, τα χρόνια που περάσαμε μαζί. Σκέφτηκα τη Σοφία, τη φιλία μας που διαλύθηκε μέσα σε μια στιγμή. Πώς συνεχίζεις όταν όλα όσα πίστευες γκρεμίζονται;
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κοιτούσα το ταβάνι, άκουγα την ανάσα του Νίκου δίπλα μου. Ήθελα να ουρλιάξω, να τον διώξω, να φύγω. Αλλά δεν μπορούσα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Το πρωί, τα παιδιά ξύπνησαν, ήρθαν στο κρεβάτι μας. Ο Νίκος τα αγκάλιασε, τους χαμογέλασε. Κι εγώ ένιωσα να σπάω από μέσα μου.
Πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Όλοι με ρωτούσαν αν είμαι καλά. Χαμογελούσα, έλεγα «μια χαρά». Αλλά μέσα μου ήμουν διαλυμένη. Το βράδυ, η μάνα μου με πήρε τηλέφωνο. «Όλα καλά, κορίτσι μου;» με ρώτησε. «Όλα καλά, μαμά», της απάντησα. Πώς να της πω την αλήθεια;
Πέρασαν μέρες. Ο Νίκος προσπαθούσε να με πλησιάσει, να μου μιλήσει. Εγώ δεν ήθελα να τον δω. Η Σοφία μου έστειλε μήνυμα, ζητούσε συγγνώμη. Δεν απάντησα. Ένιωθα μόνη, προδομένη, χαμένη. Πήγα σε ψυχολόγο. Μου είπε ότι πρέπει να φροντίσω τον εαυτό μου, να βάλω όρια. Αλλά πώς βάζεις όρια όταν έχεις παιδιά, όταν όλη σου η ζωή είναι δεμένη με τον άλλον;
Ένα βράδυ, ο Νίκος ήρθε και κάθισε δίπλα μου. «Θέλω να προσπαθήσουμε, Μαρία. Για τα παιδιά, για εμάς. Ξέρω ότι έκανα λάθος. Σε παρακαλώ, δώσε μου μια ευκαιρία.» Τον κοίταξα. Δεν ήξερα αν μπορούσα να τον συγχωρήσω. Δεν ήξερα αν ήθελα. Αλλά ήξερα ότι έπρεπε να βρω τη δύναμη να ζήσω για μένα, όχι για εκείνον, ούτε για τη Σοφία.
Τώρα, κάθε μέρα είναι μια μάχη. Μια μάχη με τον εαυτό μου, με τις αναμνήσεις, με τον πόνο. Δεν ξέρω αν θα τον συγχωρήσω ποτέ. Δεν ξέρω αν θα ξαναμιλήσω στη Σοφία. Αλλά ξέρω ότι δεν είμαι πια η ίδια. Κι αναρωτιέμαι: Πόσο καλά γνωρίζουμε τελικά τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πώς συνεχίζεις όταν η προδοσία έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις;