Για τα Γενέθλια του Ανδρέα: Όταν η Οικογένειά του Εισβάλλει και Εγώ Αλλάζω τα Πάντα
«Μαρία, πάλι δεν έχεις βάλει το φούρνο;» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντηχεί στο κεφάλι μου σαν καμπάνα. Δεν έχει περάσει ούτε μισή ώρα από τότε που μπήκαν στο σπίτι, χωρίς καν να χτυπήσουν το κουδούνι. Ο Ανδρέας, ο άντρας μου, κάθεται αμήχανα στον καναπέ, προσπαθώντας να κάνει πως δεν βλέπει το χάος που ξετυλίγεται μπροστά του. Η μικρή μας, η Σοφία, έχει ήδη αρχίσει να παραπονιέται πως πεινάει, ενώ ο μικρός, ο Γιώργος, τρέχει γύρω από το τραπέζι κυνηγώντας το σκύλο.
Κάθε χρόνο τα ίδια. Τα γενέθλια του Ανδρέα έχουν μετατραπεί σε μια οικογενειακή εισβολή. Κανείς δεν ρωτάει αν μας βολεύει, αν έχουμε άλλα σχέδια, αν αντέχω να μαγειρεύω για δέκα άτομα. Απλώς εμφανίζονται, με άδεια χέρια, θεωρώντας πως η παρουσία τους είναι το μεγαλύτερο δώρο. Κι εγώ, η Μαρία, η νύφη, είμαι αυτή που πρέπει να τα βγάλει πέρα. Να γελάω, να σερβίρω, να μαζεύω, να ακούω τα σχόλια της πεθεράς για το πόσο αλάτι έβαλα στο φαγητό ή για το αν το τραπεζομάντηλο είναι αρκετά καθαρό.
Φέτος, όμως, κάτι μέσα μου έσπασε. Ίσως ήταν η κούραση, ίσως η αίσθηση ότι κανείς δεν με βλέπει πραγματικά. Ίσως ήταν το βλέμμα της Σοφίας, που με ρώτησε «Μαμά, γιατί δεν χαμογελάς ποτέ στα γενέθλια του μπαμπά;». Ένιωσα ένα κόμπο στο λαιμό. Γιατί να μην χαμογελάω; Γιατί να μην χαίρομαι κι εγώ; Γιατί να μην είναι αυτή η μέρα γιορτή και για μένα;
Το προηγούμενο βράδυ, ξάπλωσα δίπλα στον Ανδρέα και του είπα: «Αγάπη μου, φέτος δεν θα μαγειρέψω για όλους. Θέλω να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να βγούμε οι τέσσερίς μας, να πάμε κάπου που να μην χρειάζεται να τρέχω όλη μέρα στην κουζίνα. Να σε γιορτάσουμε εμείς, η οικογένειά σου». Με κοίταξε σαστισμένος. «Και η μάνα μου; Ο πατέρας μου; Τα αδέρφια μου;»
«Αν θέλουν να έρθουν, ας φέρουν κάτι μαζί τους. Ας βοηθήσουν. Δεν μπορώ άλλο να είμαι η υπηρέτρια. Θέλω να είμαι κι εγώ καλεσμένη στο ίδιο μου το σπίτι». Δεν είπε τίποτα. Γύρισε πλευρό και έσβησε το φως. Ήξερα πως δεν θα με στηρίξει. Ποτέ δεν το έκανε όταν πρόκειται για την οικογένειά του. Πάντα εγώ ήμουν αυτή που έπρεπε να υποχωρήσει.
Το πρωί των γενεθλίων, ξύπνησα με βαριά καρδιά. Είχα αποφασίσει, όμως, να μείνω σταθερή. Δεν έβγαλα τα καλά σερβίτσια, δεν έστρωσα το τραπέζι, δεν άρχισα να ζυμώνω πίτες και να γεμίζω ταψιά. Έφτιαξα μόνο ένα κέικ για τον Ανδρέα και τα παιδιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι, η κυρία Ελένη μπήκε στην κουζίνα και με κοίταξε με απορία.
«Τι θα φάμε, Μαρία; Δεν έχεις ετοιμάσει τίποτα;»
«Όχι, κυρία Ελένη. Φέτος αποφάσισα να μην μαγειρέψω. Αν θέλετε, μπορούμε να παραγγείλουμε όλοι μαζί ή να φέρει ο καθένας κάτι». Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική. Ο πεθερός μου, ο κύριος Γιάννης, έβηξε αμήχανα. Η κουνιάδα μου, η Κατερίνα, με κοίταξε με μισό μάτι. Ο Ανδρέας απέφυγε να με κοιτάξει.
«Δηλαδή, δεν θα φάμε τίποτα;» επέμεινε η πεθερά μου. «Έτσι γιορτάζετε εσείς τα γενέθλια;»
«Έτσι γιορτάζω εγώ, κυρία Ελένη. Θέλω να χαρώ κι εγώ τη μέρα. Δεν αντέχω άλλο να είμαι κουρασμένη και εκνευρισμένη κάθε χρόνο». Η φωνή μου έτρεμε, αλλά δεν υποχώρησα. Για πρώτη φορά, ένιωσα ότι υπερασπίζομαι τον εαυτό μου.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Ο Ανδρέας σηκώθηκε και πήγε στο μπαλκόνι να καπνίσει. Η Κατερίνα άρχισε να ψιθυρίζει κάτι στον άντρα της. Ο κύριος Γιάννης κοίταζε το πάτωμα. Η πεθερά μου, όμως, δεν το έβαλε κάτω.
«Εγώ, Μαρία, όταν παντρεύτηκα τον Γιάννη, μαγείρευα για όλο το σόι. Δεν παραπονέθηκα ποτέ. Έτσι κρατιέται η οικογένεια ενωμένη». Ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. «Και εγώ, κυρία Ελένη, έχω κάνει πολλά για την οικογένεια. Αλλά δεν είμαι μόνη μου. Έχω κι εγώ ανάγκες, έχω κι εγώ δικαίωμα να χαρώ. Δεν είμαι υπηρέτρια. Είμαι άνθρωπος».
Η μικρή Σοφία ήρθε και με αγκάλιασε. «Μαμά, εγώ θέλω να πάμε βόλτα. Δεν θέλω να σε βλέπω στεναχωρημένη». Την πήρα αγκαλιά και της χάιδεψα τα μαλλιά. «Κι εγώ το ίδιο, αγάπη μου».
Τελικά, μετά από πολλή γκρίνια και μούτρα, αποφασίσαμε να παραγγείλουμε πίτσες. Κανείς δεν έφερε τίποτα, φυσικά. Κανείς δεν είπε ένα ευχαριστώ. Η κυρία Ελένη συνέχισε να μου ρίχνει δολοφονικές ματιές όλο το απόγευμα. Ο Ανδρέας δεν είπε κουβέντα. Τα παιδιά, όμως, ήταν χαρούμενα. Παίξαμε όλοι μαζί, γελάσαμε, τραγουδήσαμε το «Να ζήσεις, Ανδρέα» και σβήσαμε τα κεράκια.
Το βράδυ, όταν έφυγαν όλοι, ο Ανδρέας με πλησίασε. «Δεν ξέρω αν έκανες καλά, Μαρία. Η μάνα μου έχει στεναχωρηθεί πολύ». Τον κοίταξα στα μάτια. «Κι εγώ, Ανδρέα, έχω στεναχωρηθεί πολλά χρόνια. Ήρθε η ώρα να σκεφτώ και τον εαυτό μου. Αν δεν το καταλαβαίνεις, τότε ίσως πρέπει να ξανασκεφτούμε πώς γιορτάζουμε τις οικογενειακές στιγμές».
Έπεσα για ύπνο με ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μια, ένιωθα ενοχές. Από την άλλη, μια πρωτόγνωρη ελευθερία. Ήξερα πως η επόμενη μέρα θα έφερνε συζητήσεις, ίσως και καβγάδες. Αλλά για πρώτη φορά, δεν φοβόμουν. Για πρώτη φορά, ήμουν εγώ.
Άραγε, πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν παρόμοιες στιγμές; Πόσες από εμάς τολμούν να βάλουν τα όριά τους; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;