Κάθε Μέρα Μαγειρεύω για τον Μανώλη – Μπορώ να Αντέξω Άλλο;
«Πάλι το ίδιο φαγητό;» Η φωνή του Μανώλη αντηχεί στην κουζίνα, ενώ εγώ στέκομαι μπροστά από το μάτι της κουζίνας, με το τηγάνι στο χέρι και τα μαλλιά μου ακόμα βρεγμένα από το πρωινό ντους. Είναι 6:30 το πρωί και ήδη νιώθω εξαντλημένη. «Μα, Μανώλη, το κοτόπουλο το έφτιαξα χθες το βράδυ, είναι ακόμα φρέσκο…» προσπαθώ να δικαιολογηθώ, αλλά εκείνος με διακόπτει απότομα. «Σου έχω πει, δεν μπορώ να φάω φαγητό που δεν είναι ζεστό και φρεσκομαγειρεμένο. Δεν το καταλαβαίνεις;»
Αναστενάζω βαθιά, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε αυτή τη συζήτηση. Κάθε μέρα, εδώ και τρία χρόνια, από τότε που παντρευτήκαμε, η ζωή μου περιστρέφεται γύρω από το τι θα φάει ο Μανώλης. Το πρωί ξυπνάω μια ώρα νωρίτερα για να του ετοιμάσω αυγά, τηγανίτες ή ό,τι άλλο ζητήσει. Το μεσημέρι, αν δεν προλάβω να γυρίσω σπίτι, πρέπει να του έχω αφήσει έτοιμο ένα πλήρες γεύμα, αλλιώς θα μου τηλεφωνήσει στη δουλειά, παραπονούμενος. Το βράδυ, μόλις γυρίσω, ξαναμπαίνω στην κουζίνα. Δεν δέχεται ούτε τοστ, ούτε σαλάτα, ούτε καν μια μακαρονάδα αν δεν είναι φρεσκοβρασμένη.
Η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, μου λέει συνέχεια: «Κορίτσι μου, έτσι σε μεγάλωσα; Να σε κάνει ο άντρας σου υπηρέτρια;» Της απαντώ πως δεν είναι θέμα υπηρέτριας, αλλά αγάπης. Όμως, μέσα μου ξέρω πως δεν είναι μόνο αγάπη. Είναι φόβος. Φόβος μην τον απογοητεύσω, μην τον χάσω, μην με πει αδιάφορη. Ο Μανώλης μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου η μητέρα του, η κυρία Σοφία, μαγείρευε κάθε μέρα τρία διαφορετικά φαγητά για τον ίδιο και τα αδέρφια του. Όταν την επισκέπτομαι, με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα της κριτικής: «Εγώ για τα παιδιά μου έκανα τα πάντα. Εσύ;»
Στη δουλειά, οι συνάδελφοί μου με ρωτούν πώς τα προλαβαίνω όλα. Η Μαρία, που κάθεται δίπλα μου στο γραφείο, μου λέει: «Εγώ στη θέση σου θα του έλεγα να φάει ό,τι βρει. Δεν είμαστε στο 1960!» Χαμογελώ αμήχανα, αλλά μέσα μου βράζω. Γιατί δεν μπορώ να το κάνω κι εγώ αυτό; Γιατί νιώθω πως αν σταματήσω να μαγειρεύω, θα καταρρεύσει ο γάμος μας;
Ένα βράδυ, μετά από μια εξαντλητική μέρα στη δουλειά, γυρίζω σπίτι και βρίσκω τον Μανώλη στον καναπέ, να βλέπει ποδόσφαιρο. «Τι θα φάμε;» με ρωτάει χωρίς να πάρει τα μάτια του από την οθόνη. «Δεν πρόλαβα να μαγειρέψω, Μανώλη. Έχει μείνει λίγο παστίτσιο από χθες.» Σηκώνει το φρύδι του, με κοιτάζει με απογοήτευση. «Δηλαδή, τίποτα φρέσκο;» Εκείνη τη στιγμή, νιώθω ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. «Δεν είμαι ρομπότ, Μανώλη! Δουλεύω κι εγώ, κουράζομαι! Δεν γίνεται κάθε μέρα να μαγειρεύω τρία φαγητά!»
Η φωνή μου τρέμει, τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Ο Μανώλης με κοιτάζει ξαφνιασμένος. Δεν έχει συνηθίσει να υψώνω τη φωνή μου. «Δεν σου ζήτησα να κάνεις κάτι δύσκολο. Απλώς θέλω να τρώω φρέσκο φαγητό. Έτσι μεγάλωσα. Δεν φταις εσύ.»
«Μα εγώ φταίω που δεν μπορώ να αντέξω άλλο! Δεν έχω ζωή, Μανώλη. Η ζωή μου είναι η κουζίνα και η δουλειά. Δεν βγαίνουμε, δεν βλέπουμε φίλους, δεν κάνουμε τίποτα μαζί. Όλα περιστρέφονται γύρω από το φαγητό σου!»
Η σιωπή που ακολουθεί είναι βαριά. Ο Μανώλης σηκώνεται, πάει στην κουζίνα, ανοίγει το ψυγείο. Βγάζει το παστίτσιο, το βάζει στο φούρνο μικροκυμάτων. Δεν λέει τίποτα. Τρώει σιωπηλός. Εγώ κάθομαι στο σαλόνι, τα χέρια μου τρέμουν. Νιώθω πως κάτι ράγισε ανάμεσά μας.
Τις επόμενες μέρες, η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι ψυχρή. Ο Μανώλης δεν παραπονιέται, αλλά ούτε και μιλάει πολύ. Εγώ συνεχίζω να μαγειρεύω, αλλά χωρίς διάθεση. Όλα γίνονται μηχανικά. Μια μέρα, η φίλη μου η Κατερίνα με παίρνει τηλέφωνο. «Έλα να βγούμε για έναν καφέ. Σε βλέπω χάλια.» Της λέω πως δεν μπορώ, πρέπει να μαγειρέψω. «Άσε το φαγητό, έλα να μιλήσουμε.» Υποκύπτω. Βγαίνω μαζί της και της τα λέω όλα. Εκείνη με κοιτάζει με κατανόηση. «Δεν φταις εσύ. Ο Μανώλης πρέπει να καταλάβει πως δεν είσαι η μαμά του. Είσαι η γυναίκα του.»
Επιστρέφοντας σπίτι, βρίσκω τον Μανώλη να με περιμένει. «Πού ήσουν;» με ρωτάει. «Βγήκα με την Κατερίνα. Είχα ανάγκη να μιλήσω με κάποιον.» Κάθεται απέναντί μου, με κοιτάζει στα μάτια. «Ξέρεις, σκέφτηκα αυτά που είπες. Ίσως έχεις δίκιο. Ίσως έχω γίνει πολύ απαιτητικός. Αλλά δεν ξέρω πώς να αλλάξω. Έτσι έμαθα.»
«Κι εγώ έμαθα να βάζω τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές μου. Αλλά δεν αντέχω άλλο, Μανώλη. Αν συνεχίσουμε έτσι, θα χαθώ. Θα χαθούμε.»
Η συζήτηση αυτή ήταν η αρχή μιας δύσκολης πορείας. Πήγαμε μαζί σε σύμβουλο γάμου. Μάθαμε να συζητάμε, να κάνουμε συμβιβασμούς. Ο Μανώλης άρχισε να δοκιμάζει να τρώει και φαγητό από την προηγούμενη μέρα. Δεν ήταν εύκολο, αλλά προσπάθησε. Εγώ έμαθα να λέω «όχι» όταν δεν αντέχω. Να βγαίνω με φίλους, να φροντίζω τον εαυτό μου.
Δεν ξέρω αν θα αλλάξει ποτέ εντελώς. Υπάρχουν μέρες που γυρνάω σπίτι και τον βρίσκω να μουρμουρίζει για το φαγητό. Αλλά υπάρχουν και μέρες που με αγκαλιάζει και μου λέει «ευχαριστώ». Και αυτές οι μέρες είναι που με κρατούν.
Σκέφτομαι συχνά: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν παρόμοια; Πόσες θυσιάζουν τον εαυτό τους για να κρατήσουν μια οικογένεια; Μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τα δεδομένα; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε ή θα φεύγατε;