Όταν η πεθερά μου είπε: «Λοιπόν, τα βρίσκουμε; Εσύ παίρνεις το δάνειο.» – Μάζεψα τα πράγματά μου και γύρισα στη μάνα μου
«Λοιπόν, τα βρίσκουμε; Εσύ παίρνεις το δάνειο.» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντήχησε στο μικρό σαλόνι, διαπερνώντας το βράδυ σαν μαχαίρι. Κοίταξα τον Δημήτρη, τον άντρα μου, περιμένοντας να πει κάτι, να με υπερασπιστεί, να πει έστω ένα «όχι, δεν είναι δίκαιο». Αλλά το βλέμμα του ήταν χαμηλωμένο, τα δάχτυλά του έπαιζαν νευρικά με το ποτήρι του νερού. Ήμουν μόλις δεκαεννιά, παντρεμένη εδώ και έξι μήνες, και ήδη ένιωθα πως πνίγομαι.
Η κυρία Ελένη πάντα είχε τον τελευταίο λόγο. Από την πρώτη μέρα που μπήκα στο σπίτι τους, ένιωθα σαν φιλοξενούμενη, σαν να έπρεπε να αποδείξω την αξία μου. «Η Μαρία δεν ξέρει να μαγειρεύει σωστά τα γεμιστά», έλεγε στη γειτόνισσα, ενώ εγώ άκουγα πίσω από την πόρτα. «Τι τα θέλει τα πανεπιστήμια; Να κάνει παιδιά να ησυχάσουμε!» έλεγε στον Δημήτρη, νομίζοντας πως δεν ακούω. Κι όμως, κάθε λέξη της με τρυπούσε.
Το διαμέρισμα στην Κυψέλη ήταν μικρό, δυάρι, με το σαλόνι να γίνεται υπνοδωμάτιο το βράδυ. Δεν είχαμε δικό μας χώρο, ούτε μια γωνιά να μείνω μόνη με τις σκέψεις μου. Η πεθερά μου ήθελε να ξέρει τα πάντα: τι ώρα ξυπνάω, τι ώρα κοιμάμαι, πού πάω, με ποιον μιλάω. «Έτσι είναι οι οικογένειες στην Ελλάδα, κορίτσι μου», μου έλεγε. «Όλα μαζί τα περνάμε.»
Ο Δημήτρης ήταν καλός, αλλά αδύναμος. Δούλευε σε μια αποθήκη, με λίγα λεφτά, και κάθε φορά που προσπαθούσα να του μιλήσω για τα όνειρά μου, για το πανεπιστήμιο που άφησα στη μέση, για το πώς νιώθω, απαντούσε: «Κάνε υπομονή, Μαρία. Όλα θα φτιάξουν.» Αλλά τίποτα δεν άλλαζε. Η πεθερά μου γινόταν όλο και πιο απαιτητική. «Πρέπει να πάρουμε μεγαλύτερο σπίτι», έλεγε. «Αλλά εγώ δεν μπορώ να πάρω άλλο δάνειο. Εσύ, Μαρία, είσαι νέα, έχεις μέλλον. Εσύ θα το πάρεις.»
Εκείνο το βράδυ, το τραπέζι ήταν γεμάτο φασαρία. Ο Δημήτρης έτρωγε σιωπηλός, η κυρία Ελένη μιλούσε ασταμάτητα, κι εγώ ένιωθα τα χέρια μου να τρέμουν. «Δεν μπορώ να πάρω δάνειο», ψιθύρισα. «Δεν έχω δουλειά, δεν έχω εισόδημα.» Εκείνη γέλασε ειρωνικά. «Θα βρεις. Όλες βρίσκουν. Μην είσαι τεμπέλα.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Θυμήθηκα τη μάνα μου, τη δική μου Ελένη, που πάντα μου έλεγε να μην αφήσω κανέναν να με πατήσει. «Μαρία, εσύ θα διαλέγεις για τη ζωή σου», μου έλεγε. Αλλά εγώ, από φόβο μην απογοητεύσω τον Δημήτρη, έμενα σιωπηλή. Μέχρι εκείνο το βράδυ.
Σηκώθηκα από το τραπέζι, πήγα στο μικρό δωμάτιο που κοιμόμασταν, κι άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου. Ο Δημήτρης με ακολούθησε. «Τι κάνεις;» με ρώτησε, με φωνή που έτρεμε. «Φεύγω», του είπα. «Δεν αντέχω άλλο. Δεν είμαι εδώ για να γίνω θυσία στις προσδοκίες της μάνας σου. Θέλω να ζήσω, να σπουδάσω, να δουλέψω, να ονειρευτώ.»
«Μαρία, σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό. Θα προσπαθήσω να μιλήσω στη μάνα μου. Θα αλλάξουν τα πράγματα», είπε, αλλά ήξερα πως δεν θα το έκανε ποτέ. Είχε μάθει να ζει στη σκιά της, να μην αντιδρά. «Δημήτρη, αν με αγαπάς, άσε με να φύγω. Ίσως κάποτε να βρεις το θάρρος να ζήσεις κι εσύ για σένα.»
Η κυρία Ελένη μπήκε στο δωμάτιο. «Τι είναι αυτά τα δράματα; Εδώ είναι το σπίτι σου. Δεν έχεις πού να πας.» Την κοίταξα στα μάτια. «Έχω. Έχω τη μάνα μου. Έχω τον εαυτό μου.»
Έφυγα εκείνο το βράδυ, με μια βαλίτσα και την καρδιά μου σπασμένη. Η μάνα μου με αγκάλιασε χωρίς να ρωτήσει τίποτα. Μόνο μου είπε: «Καλώς ήρθες σπίτι, παιδί μου.» Τις πρώτες μέρες έκλαιγα συνέχεια. Ένιωθα αποτυχημένη, σαν να είχα προδώσει τον Δημήτρη, σαν να είχα χάσει τα πάντα. Αλλά σιγά σιγά, άρχισα να θυμάμαι ποια ήμουν πριν τον γάμο, πριν τις φωνές, πριν τις προσδοκίες.
Βρήκα δουλειά σε ένα φροντιστήριο, ξαναγράφτηκα στη σχολή. Η μάνα μου με στήριξε σε κάθε βήμα. Ο Δημήτρης με πήρε τηλέφωνο μερικές φορές, αλλά δεν απάντησα. Ήξερα πως αν μιλούσα μαζί του, θα λύγιζα. Η κυρία Ελένη έστειλε μήνυμα στη μάνα μου: «Να τη μαζέψεις, γιατί θα μείνει μόνη της μια ζωή.» Η μάνα μου γέλασε. «Καλύτερα μόνη, παρά με λάθος ανθρώπους», της απάντησε.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Δημήτρης έμεινε με τη μάνα του, δεν ξαναπαντρεύτηκε. Εγώ τελείωσα τη σχολή, βρήκα καλή δουλειά, έκανα φίλους, ταξίδεψα. Κάποιες νύχτες, όταν όλα ησυχάζουν, σκέφτομαι εκείνο το βράδυ. Αν είχα μείνει, θα ήμουν ακόμα φυλακισμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα, να παλεύω για μια ανάσα. Τώρα, αναπνέω ελεύθερα.
Αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν ακόμα στη σκιά των προσδοκιών των άλλων; Πόσες φοβούνται να πουν «όχι»; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μένατε ή θα φεύγατε;