Μην Βιάζεσαι να Παντρευτείς, Ελένη: Η Ευτυχία Δεν Φεύγει – Η Απόδραση μιας Νύφης από την Καταπιεστική Οικογένεια του Μνηστήρα της
«Ελένη, γιατί δεν έβαλες και μέλι στις τηγανίτες; Το ξέρεις ότι έτσι τις τρώω από μικρός!» Η φωνή του Νίκου αντήχησε στην κουζίνα, διαπερνώντας τη σιωπή του πρωινού. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Κοίταξα το ρολόι – 06:15. Είχα ξυπνήσει από τις πέντε, είχα ετοιμάσει τα πάντα, αλλά πάλι κάτι έλειπε. Πάντα κάτι έλειπε.
«Συγγνώμη, Νίκο, θα σου φέρω αμέσως μέλι», απάντησα, προσπαθώντας να κρύψω την απογοήτευσή μου. Πήγα στο ντουλάπι, έβγαλα το βάζο και το άφησα δίπλα του. Εκείνος ούτε που με κοίταξε. Άρχισε να τρώει, βυθισμένος στο κινητό του. Άκουσα τα μηνύματα να χτυπούν – ήξερα πως ήταν η μητέρα του, η κυρία Μαρία. Από τότε που αρραβωνιαστήκαμε, είχε μπει στη ζωή μας σαν θύελλα. «Να προσέχεις την Ελένη, να μην την αφήνεις πολύ ελεύθερη, να της μάθεις να φτιάχνει σωστά το φαγητό σου», του έλεγε σχεδόν κάθε μέρα. Κι εκείνος, αντί να με υπερασπιστεί, έγνεφε καταφατικά.
Το προηγούμενο βράδυ, είχαμε τσακωθεί. «Δεν αντέχω άλλο να με συγκρίνει με την αδερφή σου, Νίκο! Δεν είμαι η Μαρία, δεν θα γίνω ποτέ!» του φώναξα. Εκείνος με κοίταξε ψυχρά. «Η μάνα μου θέλει το καλό μας. Αν δεν μπορείς να το καταλάβεις, τότε ίσως δεν είσαι έτοιμη για γάμο.» Τα λόγια του με πλήγωσαν βαθιά. Όλη νύχτα στριφογύριζα στο κρεβάτι, αναρωτιόμουν αν έφταιγα εγώ, αν ήμουν αρκετή.
Η μητέρα μου με είχε προειδοποιήσει. «Ελένη, πρόσεχε. Οι οικογένειες στην Ελλάδα δεν είναι πάντα εύκολες. Αν δεν σε σέβονται τώρα, δεν θα σε σεβαστούν ποτέ.» Δεν ήθελα να την ακούσω. Πίστευα πως η αγάπη μας θα νικούσε τα πάντα. Αλλά κάθε μέρα, ένιωθα να χάνω τον εαυτό μου. Οι φίλες μου με ρωτούσαν γιατί είχα χαθεί, γιατί δεν γελούσα πια. Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Εκείνο το πρωινό, καθώς ο Νίκος έφευγε βιαστικά για τη δουλειά, μου πέταξε ένα ξερό «Τα λέμε το βράδυ». Έμεινα μόνη στην κουζίνα, με τα πιάτα άπλυτα και το κεφάλι μου γεμάτο σκέψεις. Έπιασα το κινητό και κάλεσα τη φίλη μου, τη Σοφία. «Δεν αντέχω άλλο, Σοφία. Νιώθω πως πνίγομαι.» Εκείνη, πάντα ψύχραιμη, μου είπε: «Ελένη, πρέπει να μιλήσεις. Να βάλεις όρια. Δεν είναι ζωή αυτή.»
Το απόγευμα, πήγα στη δουλειά με βαριά καρδιά. Οι συνάδελφοι με ρώτησαν για τον γάμο, για τις ετοιμασίες. Χαμογέλασα ψεύτικα. «Όλα καλά», είπα. Η αλήθεια ήταν πως τίποτα δεν ήταν καλά. Η πεθερά μου είχε ήδη διαλέξει το νυφικό, το μενού, ακόμα και τα λουλούδια. Εγώ απλώς υπέγραφα, χωρίς να με ρωτάει κανείς. Το βράδυ, όταν γύρισα σπίτι, βρήκα τη μητέρα του Νίκου να με περιμένει στο σαλόνι. «Ελένη, πρέπει να μιλήσουμε», είπε με εκείνο το αυστηρό ύφος της. «Ο Νίκος είναι καλό παιδί, αλλά θέλει μια γυναίκα που να τον φροντίζει. Εσύ, κορίτσι μου, πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο.» Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν απάντησα. Πήγα στο δωμάτιο, έκλεισα την πόρτα και ξέσπασα σε κλάματα.
Τις επόμενες μέρες, η κατάσταση χειροτέρευε. Ο Νίκος γινόταν όλο και πιο απόμακρος. Η μητέρα του ερχόταν κάθε μέρα, έλεγχε τα πάντα. Μια μέρα, βρήκα τα ρούχα μου διπλωμένα διαφορετικά, το ψυγείο γεμάτο φαγητά που δεν είχα μαγειρέψει εγώ. «Έφερα λίγη τάξη στο σπίτι», μου είπε. Ένιωσα ξένη στο ίδιο μου το σπίτι.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καυγά, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Κάθισα απέναντι από τον Νίκο. «Δεν μπορώ άλλο. Δεν είμαι ευτυχισμένη. Θέλω να φύγω.» Εκείνος με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε. «Τι λες τώρα, Ελένη; Όλα είναι έτοιμα για τον γάμο! Θα γίνεις ρεζίλι! Θα γίνουμε όλοι ρεζίλι!»
«Προτιμώ να γίνω ρεζίλι, παρά να χάσω τον εαυτό μου», του απάντησα με τρεμάμενη φωνή. Η μητέρα του μπήκε στο δωμάτιο, άρχισε να φωνάζει. «Θα καταστρέψεις τη ζωή του παιδιού μου! Ποια νομίζεις ότι είσαι;» Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Για πρώτη φορά, όμως, δεν φοβήθηκα. Πήρα το σακίδιό μου, μάζεψα λίγα ρούχα και έφυγα.
Πήγα στη μητέρα μου. Με αγκάλιασε σφιχτά. «Είμαι περήφανη για σένα, Ελένη. Η ευτυχία σου είναι πάνω απ’ όλα.» Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα ήσυχη για πρώτη φορά μετά από μήνες. Το επόμενο πρωί, ξύπνησα με ένα χαμόγελο. Ήξερα πως ο δρόμος μπροστά μου θα ήταν δύσκολος, γεμάτος σχόλια, κουτσομπολιά, ίσως και μοναξιά. Αλλά προτίμησα να είμαι μόνη, παρά να ζω μια ζωή που δεν ήταν δική μου.
Σήμερα, μήνες μετά, κοιτάζω πίσω και αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν τη δική μου ιστορία, φοβούνται να μιλήσουν, να φύγουν; Πόσες θυσιάζουν την ευτυχία τους για να μην γίνουν «ρεζίλι»; Μήπως τελικά η πραγματική ντροπή είναι να ζεις μια ζωή που δεν διάλεξες εσύ;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μένατε ή θα φεύγατε;