Με ρωτούν κάθε μέρα για την υγεία μου, αλλά νιώθω κενή: Με αγαπούν ή απλώς περιμένουν την κληρονομιά;
«Λίλιανα, πώς είσαι σήμερα; Έφαγες; Πήρες τα φάρμακά σου;» Η φωνή του Γιάννη ακούγεται στο τηλέφωνο, βιαστική, σχεδόν ρομποτική. Κάθε μέρα, την ίδια ώρα, το ίδιο τηλεφώνημα. Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που με ρώτησε πραγματικά πώς νιώθω, όχι απλώς αν πήρα τα χάπια μου. «Ναι, Γιάννη μου, όλα καλά», απαντώ, ενώ μέσα μου φουντώνει ένα παράπονο που δεν τολμώ να ξεστομίσω.
Η σιωπή που ακολουθεί είναι βαριά. Ακούω στο βάθος το ρολόι να χτυπάει, μετράει τα λεπτά της μοναξιάς μου. «Θα περάσουμε το Σάββατο, μαμά, για τα γενέθλιά σου», λέει τελικά. «Όλοι μαζί. Μην ανησυχείς.»
Κλείνω το τηλέφωνο και μένω να κοιτάζω το ταβάνι. Το διαμέρισμα είναι μικρό, αλλά γεμάτο αναμνήσεις. Οι φωτογραφίες των παιδιών στους τοίχους, τα παλιά παιχνίδια τους σε ένα κουτί κάτω από το κρεβάτι, το τραπεζάκι που κάποτε γελούσαμε όλοι μαζί. Τώρα, μόνο η σιωπή και το βουητό της πόλης από το παράθυρο.
Η Έλενα με παίρνει το απόγευμα. «Μαμά, είσαι καλά; Μήπως χρειάζεσαι κάτι;» Η φωνή της είναι γλυκιά, αλλά βιαστική. Ακούγεται σαν να διαβάζει από μια λίστα υποχρεώσεων. «Όχι, κορίτσι μου, όλα καλά», λέω ξανά. «Θα σε δω το Σάββατο;»
«Ναι, μαμά, θα έρθω. Μην ανησυχείς.» Και πάλι αυτή η φράση. Μην ανησυχείς. Μα πώς να μην ανησυχώ όταν νιώθω πως έχω γίνει βάρος; Όταν κάθε τους λέξη μοιάζει με καθήκον και όχι με αγάπη;
Το βράδυ, καθώς βάζω το φαγητό μου στο τραπέζι, θυμάμαι τα χρόνια που το σπίτι ήταν γεμάτο φωνές. Ο Ντάριος να τσακώνεται με τον Γιάννη για το ποιος θα πάρει το τελευταίο κομμάτι πίτας, η Έλενα να γελάει με τα αστεία τους. Τώρα, ο Ντάριος μένει στη Θεσσαλονίκη και με παίρνει μόνο όταν έχει κάτι να ρωτήσει για τα χαρτιά του σπιτιού. «Μαμά, πού είναι ο τίτλος ιδιοκτησίας; Μαμά, έχεις πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ;» Ποτέ δεν με ρωτάει αν είμαι καλά, αν φοβάμαι τα βράδια, αν νιώθω μόνη.
Την Παρασκευή το βράδυ, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Γυρίζω στο κρεβάτι, ακούω τα αυτοκίνητα να περνούν κάτω από το παράθυρο. Σκέφτομαι τα παιδιά μου, τα χρόνια που τους μεγάλωνα μόνη, μετά που έφυγε ο πατέρας τους. Πόσες φορές ξενύχτησα για να τους φροντίσω όταν είχαν πυρετό, πόσες φορές έκοψα από το φαγητό μου για να έχουν αυτοί περισσότερο. Τώρα, νιώθω πως είμαι απλώς μια υποχρέωση στη ζωή τους. Μια γριά που πρέπει να προσέχουν για να μην τους κατηγορήσει κανείς.
Το Σάββατο το πρωί, ξυπνάω νωρίς. Φτιάχνω το αγαπημένο τους γλυκό, γαλακτομπούρεκο, όπως τότε που ήταν μικρά. Στρώνω το τραπέζι, βάζω τα καλά πιάτα, ανάβω ένα κερί. Κοιτάζω το ρολόι. Περνάει η ώρα. Στις δώδεκα ακριβώς, χτυπάει το κουδούνι. Ο Γιάννης μπαίνει πρώτος, με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Η Έλενα ακολουθεί, κρατώντας μια σακούλα με γλυκά από το ζαχαροπλαστείο. Ο Ντάριος έρχεται τελευταίος, με το κινητό στο χέρι, μιλώντας σε κάποιον για δουλειές.
«Χρόνια πολλά, μαμά!» φωνάζουν όλοι μαζί, σχεδόν συντονισμένα. Με αγκαλιάζουν, με φιλούν σταυρωτά. Νιώθω τη ζεστασιά τους, αλλά και μια απόσταση, σαν να υπάρχει ένα αόρατο τείχος ανάμεσά μας. Καθόμαστε στο τραπέζι, τρώμε, μιλάμε για τα παιδιά, για τη δουλειά, για τα νέα της γειτονιάς. Κανείς δεν με ρωτάει πώς νιώθω, τι σκέφτομαι, αν φοβάμαι τα βράδια.
Στο τέλος του φαγητού, ο Ντάριος φέρνει τη συζήτηση στα οικονομικά. «Μαμά, πρέπει να δούμε τι θα κάνεις με το σπίτι στο χωριό. Είναι κρίμα να μένει άδειο. Μήπως να το πουλήσουμε;» Ο Γιάννης συμφωνεί. «Ναι, μαμά, θα ήταν καλό να το τακτοποιήσεις, να μην έχουμε προβλήματα αργότερα.» Η Έλενα σωπαίνει, κοιτάζει το τραπέζι. Νιώθω το στομάχι μου να σφίγγεται. Είναι αυτό που τους νοιάζει; Η περιουσία; Τα χαρτιά; Εγώ πού είμαι σε όλα αυτά;
«Θα το σκεφτώ», λέω ήρεμα, αλλά μέσα μου βράζω. Θέλω να φωνάξω, να τους πω πως δεν είμαι μόνο μια υπογραφή, ένα όνομα σε ένα συμβόλαιο. Είμαι η μάνα τους. Είμαι αυτή που τους έμαθε να περπατούν, να μιλούν, να αγαπούν. Αλλά σωπαίνω. Δεν θέλω να τους πληγώσω, ούτε να τους χάσω.
Όταν φεύγουν, το σπίτι γεμίζει ξανά σιωπή. Μαζεύω τα πιάτα, σκουπίζω το τραπέζι, σβήνω το κερί. Κάθομαι στην πολυθρόνα και κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Η Αθήνα φωτίζεται σιγά σιγά, τα φώτα ανάβουν ένα ένα. Νιώθω μια απέραντη μοναξιά, μια τρύπα στην καρδιά που δεν γεμίζει με τηλεφωνήματα και επισκέψεις από υποχρέωση.
Το βράδυ, παίρνω το τηλέφωνο και καλώ την παλιά μου φίλη, τη Μαρία. «Μαρία, νιώθεις ποτέ πως τα παιδιά σου σε βλέπουν μόνο σαν μια υποχρέωση;» τη ρωτάω. Η φωνή της είναι ζεστή, γεμάτη κατανόηση. «Όλες το νιώθουμε, Λίλιανα. Αλλά μην ξεχνάς, είμαστε ακόμα άνθρωποι, όχι μόνο μάνες ή γιαγιάδες. Έχουμε δικαίωμα να ζητάμε αγάπη, όχι μόνο να τη δίνουμε.»
Κλείνω το τηλέφωνο και σκέφτομαι τα λόγια της. Ίσως πρέπει να μιλήσω στα παιδιά μου, να τους πω πώς νιώθω. Ίσως να τους ζητήσω να με βλέπουν όχι μόνο σαν μια ηλικιωμένη με περιουσία, αλλά σαν τη μάνα που τους αγάπησε όσο τίποτα στον κόσμο. Αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι μην τα χάσω τελείως, μην μείνω εντελώς μόνη.
Και τώρα, καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, αναρωτιέμαι: Είναι η αγάπη των παιδιών μας δεδομένη ή πρέπει να τη διεκδικούμε ξανά και ξανά; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα τολμούσατε να μιλήσετε ανοιχτά ή θα σωπαίνατε από φόβο μην τα χάσετε;