Η Νόρα και οι τρεις μέρες που άλλαξαν τη ζωή της: Μια ιστορία για τη φροντίδα του παππού
«Δεν αντέχω άλλο, Ελένη! Δεν το περίμενα έτσι!» Η φωνή της Νόρας έσπασε μέσα από το τηλέφωνο, γεμάτη απόγνωση και θυμό. Ήταν η τρίτη μέρα που είχε αναλάβει να φροντίσει τον παππού της, τον κύριο Σταύρο, και ήδη είχε φτάσει στα όριά της. Δεν ήξερα αν έπρεπε να της πω «σου τα έλεγα» ή να τη στηρίξω. Γιατί η Νόρα, η φίλη μου από το σχολείο, ήταν πάντα εκείνη που μας κατηγορούσε όταν παραπονιόμασταν για τους δικούς μας ηλικιωμένους. «Λίγη υπομονή και μια αγκαλιά θέλουν, τίποτα παραπάνω», έλεγε με σιγουριά, σχεδόν με υπεροψία.
Τώρα όμως, η φωνή της έτρεμε. «Δεν κοιμήθηκα ούτε μία ώρα, Ελένη. Ο παππούς όλο φωνάζει, όλο ζητάει κάτι. Μόλις πάω να κάτσω, με φωνάζει να του φέρω νερό, μετά του πέφτει το ποτήρι, μετά θέλει να πάει τουαλέτα. Και όταν του λέω να περιμένει, με βρίζει! Δεν είναι αυτός ο παππούς που ήξερα…»
Την άκουγα και θυμόμουν όλες εκείνες τις φορές που μας έκανε κήρυγμα. Πριν λίγες μέρες, όταν η ξαδέρφη της, η Μαρία, είχε πει ότι δεν αντέχει άλλο να φροντίζει τη γιαγιά τους, η Νόρα είχε ξεσπάσει: «Είσαι αχάριστη! Οι γέροι μας μεγάλωσαν, τώρα ήρθε η σειρά μας να τους φροντίσουμε. Πόσο δύσκολο είναι;»
Η αλήθεια είναι πως η Νόρα μεγάλωσε με τον παππού της. Οι γονείς της δούλευαν ατελείωτες ώρες σε ένα φούρνο στη Νέα Ιωνία και ο κύριος Σταύρος ήταν πάντα εκεί, με το γέλιο του, τα παραμύθια του και τα γλυκά που της έφερνε κρυφά. Όμως τα χρόνια πέρασαν, ο παππούς γέρασε, και η Νόρα έφυγε για σπουδές, μετά για δουλειά, και τελικά έμεινε μόνη της σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Παγκράτι. Είχε πάντα μια ρομαντική εικόνα για το πώς είναι να φροντίζεις έναν ηλικιωμένο. Μέχρι που ήρθε η ώρα να το ζήσει.
Όλα ξεκίνησαν όταν η θεία της, η Κατερίνα, έπεσε και έσπασε το πόδι της. Ο παππούς δεν μπορούσε να μείνει μόνος του ούτε λεπτό. Η Μαρία είχε ήδη εξαντληθεί, ο θείος της ήταν στη Γερμανία, κι έτσι η Νόρα, με το γνωστό της ύφος, είπε: «Θα τον πάρω εγώ. Τρεις μέρες μόνο, μέχρι να βγει η θεία από το νοσοκομείο. Μην ανησυχείτε, θα περάσουμε τέλεια!»
Την πρώτη μέρα, μου έστειλε μήνυμα: «Ο παππούς είναι λίγο γκρινιάρης, αλλά όλα καλά. Του έφτιαξα σούπα, του έβαλα να δει τηλεόραση. Εύκολο!»
Τη δεύτερη μέρα, το μήνυμα ήταν πιο σύντομο: «Δεν κοιμήθηκα καλά. Ο παππούς σηκώθηκε τρεις φορές τη νύχτα. Αλλά εντάξει, θα συνηθίσω.»
Την τρίτη μέρα, με πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας. «Δεν μπορώ άλλο, Ελένη! Δεν το αντέχω! Δεν ήξερα ότι είναι τόσο δύσκολο. Νιώθω ενοχές, αλλά θέλω να φύγω!»
Έτρεξα στο σπίτι του παππού της. Η Νόρα καθόταν στο τραπέζι, με τα μάτια κατακόκκινα. Ο παππούς φώναζε από το δωμάτιο: «Νόρα! Πού είσαι; Θέλω το φάρμακό μου!» Εκείνη σηκώθηκε βαριά, πήγε στο δωμάτιο και του έδωσε το χάπι. Ο παππούς την κοίταξε με μάτια θολά: «Πού είναι η Κατερίνα; Εσύ δεν ξέρεις να με φροντίζεις. Είσαι άχρηστη!»
Η Νόρα γύρισε σε μένα: «Άκουσες; Εγώ, που πάντα ήμουν το καλό του παιδί, τώρα είμαι άχρηστη. Δεν το αντέχω, Ελένη. Δεν ήξερα ότι η φροντίδα είναι τόσο σκληρή. Νόμιζα ότι αρκεί η αγάπη. Αλλά δεν αρκεί!»
Κάθισα δίπλα της. «Νόρα, όλοι το περνάμε αυτό. Δεν είναι ντροπή να κουράζεσαι. Δεν είναι ντροπή να θυμώνεις. Το θέμα είναι να το παραδεχτείς και να ζητήσεις βοήθεια.»
Η Νόρα με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια. «Πόσες φορές σας έκρινα, ε; Πόσες φορές σας είπα ότι δεν προσπαθείτε αρκετά; Τώρα καταλαβαίνω. Δεν είναι μόνο η σωματική κούραση. Είναι η ψυχολογική φθορά. Είναι η ενοχή που νιώθεις όταν θες να φύγεις, όταν θες να φωνάξεις, όταν σκέφτεσαι ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να τον βάλεις σε γηροκομείο. Αλλά μετά σε τρώει η ντροπή, η ενοχή, ο φόβος τι θα πουν οι άλλοι.»
Τη νύχτα, ο παππούς δεν κοιμήθηκε καθόλου. Φώναζε, μιλούσε μόνος του, ζητούσε τη γιαγιά που είχε φύγει χρόνια πριν. Η Νόρα καθόταν δίπλα του, με τα μάτια χαμένα. Το πρωί, με πήρε αγκαλιά και μου είπε: «Δεν μπορώ άλλο. Θα ζητήσω βοήθεια. Δεν είμαι κακή εγγονή. Απλώς είμαι άνθρωπος.»
Όταν γύρισε η θεία Κατερίνα, η Νόρα της ζήτησε συγγνώμη. «Σε έκρινα άδικα. Δεν ήξερα. Τώρα ξέρω.» Η θεία την αγκάλιασε. «Όλοι το μαθαίνουμε με τον δύσκολο τρόπο, Νόρα μου.»
Από τότε, η Νόρα άλλαξε. Δεν κρίνει πια κανέναν. Βοηθάει όσο μπορεί, αλλά δεν ντρέπεται να πει ότι κουράζεται. Και κάθε φορά που κάποιος παραπονιέται για τη φροντίδα ενός ηλικιωμένου, η Νόρα λέει: «Μόνο όποιος το έχει ζήσει μπορεί να καταλάβει.»
Σκέφτομαι συχνά εκείνες τις τρεις μέρες. Πόσο εύκολο είναι να κρίνεις τους άλλους, μέχρι να βρεθείς στη θέση τους. Πόσο δύσκολο είναι να παραδεχτείς τα όριά σου. Και αναρωτιέμαι: Εσείς, έχετε βρεθεί ποτέ στη θέση της Νόρας; Πόσο εύκολο είναι να φροντίζεις κάποιον που αγαπάς, όταν εκείνος δεν σε αναγνωρίζει πια;