Ο Σύντροφός Μου Δεν Έχει Αυτοέλεγχο: Να Βάλω Κλειδαριά στο Ψυγείο;

«Πάλι έφαγες το γιαούρτι μου, Γιάννη;» φώναξα από την κουζίνα, κρατώντας το άδειο κεσεδάκι στα χέρια μου. Η φωνή μου έσπασε τη σιωπή του απογεύματος, κι εκείνος εμφανίστηκε στην πόρτα με το γνωστό αμήχανο χαμόγελο. «Συγγνώμη, αγάπη μου, δεν το κατάλαβα. Ήμουν πεινασμένος.»

Αντί να απαντήσω, κάθισα βαριά στην καρέκλα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Ούτε η δέκατη. Εδώ και μήνες, κάθε φορά που άνοιγα το ψυγείο, έβρισκα λιγότερα απ’ όσα είχα αφήσει. Μια φέτα τυρί που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, το τελευταίο κομμάτι μπακλαβά που είχα φυλάξει για το βράδυ, ακόμα και τα φρούτα που είχα πλύνει για τη δουλειά. Ο Γιάννης, ο σύντροφός μου τα τελευταία τρία χρόνια, είχε μια σχέση με το φαγητό που δεν μπορούσα να καταλάβω.

«Δεν είναι το γιαούρτι, Γιάννη. Είναι ότι δεν σκέφτεσαι ποτέ αν θα μείνει κάτι και για μένα. Σαν να μην υπάρχω όταν πεινάς.»

Έσκυψε το κεφάλι. «Ξέρω, έχεις δίκιο. Αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω. Όταν βλέπω φαγητό, είναι σαν να θολώνει το μυαλό μου.»

Σιωπή. Έξω, τα φώτα της γειτονιάς άναβαν σιγά σιγά. Στην πολυκατοικία μας στο Παγκράτι, οι μυρωδιές από τις κουζίνες των γειτόνων μπλέκονταν με τις δικές μας. Ήταν μια συνηθισμένη αθηναϊκή βραδιά, αλλά για μένα, κάθε βράδυ είχε αρχίσει να γίνεται πεδίο μάχης.

Θυμήθηκα την πρώτη μας κοινή μέρα στο σπίτι. Είχα φτιάξει παστίτσιο, το αγαπημένο του. Είχαμε γελάσει, είχαμε φάει μαζί, είχαμε ονειρευτεί. Πού πήγε αυτή η αίσθηση της συντροφικότητας; Πότε το φαγητό έγινε αφορμή για καβγάδες;

Τις επόμενες μέρες, προσπάθησα να το αγνοήσω. Έκρυβα τα αγαπημένα μου σνακ στο πίσω μέρος του ψυγείου, έβαζα σημειώματα πάνω στα τάπερ: «ΜΗΝ ΤΟ ΑΓΓΙΞΕΙΣ!». Αλλά ο Γιάννης πάντα έβρισκε τρόπο. Μια φορά, τον πέτυχα να τρώει το τελευταίο κομμάτι σοκολάτα που είχα αγοράσει για τη δύσκολη μέρα στη δουλειά. «Δεν ήξερα ότι το φύλαγες για κάτι συγκεκριμένο», είπε. Μα πώς να μην το ήξερε; Το είχα πει τόσες φορές.

Άρχισα να νιώθω ότι δεν με σέβεται. Ότι δεν ακούει τις ανάγκες μου. Κι εκείνος, κάθε φορά που του το έλεγα, έδειχνε να πονάει, αλλά τίποτα δεν άλλαζε.

Ένα βράδυ, μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά, γύρισα σπίτι και βρήκα το ψυγείο σχεδόν άδειο. Είχα αφήσει υλικά για να φτιάξω σπανακόπιτα, αλλά ο Γιάννης είχε φάει τα μισά. Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν ήταν μόνο το φαγητό. Ήταν η αίσθηση ότι δεν μπορούσα να βασιστώ στον άνθρωπό μου για τα πιο απλά πράγματα.

Τον περίμενα να γυρίσει. Όταν μπήκε, τον κοίταξα στα μάτια. «Δεν αντέχω άλλο. Σκέφτομαι να βάλω κλειδαριά στο ψυγείο.»

Σάστισε. «Τόσο πολύ σε ενοχλεί;»

«Δεν είναι το ψυγείο, Γιάννη. Είναι ότι νιώθω αόρατη. Ότι δεν μετράω.»

Κάθισε δίπλα μου. «Δεν θέλω να σε πληγώνω. Αλλά δεν ξέρω πώς να το σταματήσω. Από μικρός, όταν ήμουν στεναχωρημένος, έτρωγα. Η μάνα μου πάντα έλεγε “Φάε να σου φύγει ο καημός”. Ίσως γι’ αυτό…»

Για πρώτη φορά, άκουσα κάτι βαθύτερο. Θυμήθηκα τη μάνα του, τη κυρία Μαρία, που πάντα μας γέμιζε το τραπέζι με φαγητά όταν πηγαίναμε στο χωριό. Πόσες φορές τον είχα δει να τρώει σιωπηλός, όταν κάτι τον απασχολούσε;

«Θέλεις να μιλήσουμε γι’ αυτό;» τον ρώτησα απαλά.

Σήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω αν μπορώ. Ντρέπομαι.»

«Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι. Αλλά πρέπει να βρούμε μια λύση. Δεν γίνεται να ζω με το άγχος ότι θα πεινάσω στο ίδιο μου το σπίτι.»

Τις επόμενες μέρες, προσπαθήσαμε να βρούμε ισορροπία. Κάναμε λίστα για τα ψώνια, συμφωνήσαμε να αφήνουμε ο καθένας τα δικά του φαγητά σε ξεχωριστά ράφια. Αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε. Μια μέρα, γύρισα σπίτι και βρήκα τον Γιάννη να κάθεται στο πάτωμα της κουζίνας, με ένα κουτί παγωτό στα χέρια. Έκλαιγε.

«Δεν μπορώ να το ελέγξω», ψιθύρισε. «Όταν νιώθω μόνος ή αγχωμένος, το μόνο που με παρηγορεί είναι το φαγητό.»

Ένιωσα το θυμό μου να λιώνει. Κάθισα δίπλα του και τον αγκάλιασα. «Δεν είσαι μόνος. Αλλά πρέπει να ζητήσεις βοήθεια. Δεν μπορώ να το κάνω μόνη μου.»

Συζητήσαμε να πάει σε ψυχολόγο. Στην αρχή δίστασε, αλλά τελικά δέχτηκε. Οι πρώτες συνεδρίες ήταν δύσκολες. Ερχόταν σπίτι σιωπηλός, κλεισμένος στον εαυτό του. Αλλά σιγά σιγά, άρχισε να μιλάει περισσότερο. Μου είπε για τα παιδικά του χρόνια, για το πώς το φαγητό ήταν πάντα η απάντηση σε κάθε πρόβλημα. Για το πώς ένιωθε ανεπαρκής, και το φαγητό ήταν το μόνο που μπορούσε να ελέγξει.

Εγώ, από την πλευρά μου, έπρεπε να μάθω να δείχνω υπομονή. Να μην βλέπω κάθε άδειο τάπερ σαν προδοσία, αλλά σαν σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Δεν ήταν εύκολο. Υπήρχαν μέρες που ήθελα να ουρλιάξω, να φύγω, να πάω να μείνω μόνη μου. Αλλά έμεινα. Γιατί τον αγαπούσα. Και γιατί ήξερα ότι κι εκείνος πάλευε με τους δικούς του δαίμονες.

Μια μέρα, μετά από μήνες, γύρισα σπίτι και βρήκα το ψυγείο όπως το είχα αφήσει. Ο Γιάννης με περίμενε με ένα χαμόγελο. «Σήμερα δεν άγγιξα τίποτα δικό σου», είπε περήφανα. Τον αγκάλιασα. Ήταν μια μικρή νίκη, αλλά για μας, σήμαινε πολλά.

Δεν ξέρω αν θα χρειαστεί ποτέ να βάλω κλειδαριά στο ψυγείο. Ξέρω όμως ότι η αγάπη θέλει προσπάθεια, υπομονή και κατανόηση. Και ότι μερικές φορές, το φαγητό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

Άραγε, πόσοι από εσάς έχετε βρεθεί στη θέση μου; Πόσες φορές το πρόβλημα δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ;