Η ίδια μου η κόρη με έσπρωξε στον γκρεμό – Μια εξομολόγηση από τα βάθη της ψυχής μου
«Μαμά, γιατί δεν με ακούς ποτέ; Γιατί πάντα να έχεις εσύ δίκιο;» Η φωνή της Ελένης αντηχούσε στα αυτιά μου, γεμάτη θυμό και πίκρα. Στεκόμασταν στην άκρη του γκρεμού, εκεί που το Αιγαίο χτυπούσε με μανία τα βράχια. Ο αέρας μύριζε αλάτι και απειλή. «Ελένη, σε παρακαλώ, δεν είναι ώρα για καβγάδες. Έλα να φύγουμε, σε παρακαλώ…» ψιθύρισα, νιώθοντας το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν ήξερα πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς η κόρη μου, το παιδί που κράτησα στην αγκαλιά μου, μπορούσε να με κοιτάει με τόση οργή.
«Όλα τα χρόνια, με έκανες να νιώθω λίγη. Ποτέ δεν ήμουν αρκετή για σένα!» φώναξε, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και μίσος. Έκανα να την πλησιάσω, να την αγκαλιάσω, αλλά έκανε ένα βήμα πίσω. «Μη με πλησιάζεις! Δεν θέλω να σε ξαναδώ!»
Τότε έγινε το αδιανόητο. Ένα σπρώξιμο, μια στιγμή που κράτησε αιώνες. Ένιωσα το σώμα μου να αιωρείται, ο αέρας να μου κόβει την ανάσα. Τα βράχια πλησίαζαν απειλητικά. Ένα δυνατό χτύπημα, πόνος παντού. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Το αίμα έτρεχε στο πρόσωπό μου, τα χέρια μου άψυχα. Άκουσα βήματα να πλησιάζουν. Ήταν ο Γιάννης, ο άντρας μου. Έσκυψε πάνω μου, τα μάτια του γεμάτα τρόμο. «Κάνε πως είσαι νεκρή, Άννα…» ψιθύρισε. «Για το καλό μας, για το καλό σου…»
Έμεινα ακίνητη, κρατώντας την αναπνοή μου. Άκουσα την Ελένη να φωνάζει από πάνω, η φωνή της έσπαγε. «Τελείωσε; Πέθανε;» Ο Γιάννης ανέβηκε ξανά, η φωνή του ψυχρή. «Ναι, Ελένη. Τελείωσε.»
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Σκέψεις περνούσαν σαν αστραπές από το μυαλό μου. Πού έκανα λάθος; Πώς φτάσαμε ως εδώ; Θυμήθηκα τα παιδικά της χρόνια, τα γέλια μας στο παλιό σπίτι στη Νάξο, τα καλοκαίρια που τρέχαμε ξυπόλητες στην αυλή. Πότε χάθηκε η Ελένη μου;
Όταν με βρήκαν οι διασώστες, ήμουν ήδη μισοπεθαμένη. Ο Γιάννης είχε εξαφανιστεί, η Ελένη το ίδιο. Στο νοσοκομείο, οι γιατροί έλεγαν πως ήταν θαύμα που επέζησα. Η αστυνομία με ρωτούσε ξανά και ξανά τι συνέβη. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Δεν ήθελα να πιστέψω την αλήθεια.
Οι μέρες περνούσαν αργά, βασανιστικά. Η μητέρα μου ήρθε από το χωριό, καθόταν δίπλα μου και προσευχόταν. «Παιδί μου, τι σου έκανε το ίδιο σου το αίμα;» ψιθύριζε. Δεν είχα απάντηση. Ο αδελφός μου, ο Μανώλης, ήρθε με θυμό. «Θα τη βρω, Άννα. Θα πληρώσει για ό,τι σου έκανε!»
Όμως εγώ δεν ήθελα εκδίκηση. Ήθελα να καταλάβω. Τι είχε γίνει στην ψυχή της Ελένης; Θυμήθηκα τα τελευταία χρόνια, τα καβγαδάκια μας, τις σιωπές της, τα βράδια που έκλαιγε στο δωμάτιό της. Ποτέ δεν μου άνοιξε την καρδιά της. Πάντα έλεγε «είμαι καλά, μαμά». Πόσο λάθος έκανα που δεν επέμεινα να μάθω;
Ένα βράδυ, ενώ ήμουν ακόμη στο νοσοκομείο, ήρθε ο Γιάννης. Φαινόταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Κάθισε δίπλα μου, τα μάτια του γεμάτα ενοχές. «Άννα, δεν ήξερα τι να κάνω. Η Ελένη… ήταν εκτός εαυτού. Εγώ… την κάλυψα. Συγχώρεσέ με.»
Τον κοίταξα με μίσος και πόνο. «Γιατί; Γιατί δεν με προστάτεψες; Γιατί δεν προστάτεψες την κόρη μας;»
Έσκυψε το κεφάλι. «Την αγαπώ, Άννα. Είναι το παιδί μας. Δεν άντεχα να τη δω στη φυλακή.»
Τότε κατάλαβα. Η αγάπη μπορεί να γίνει τυφλή, να σε κάνει να προδίδεις ακόμα και τον ίδιο σου τον εαυτό. Ο Γιάννης προστάτευσε την Ελένη, όπως εγώ την προστάτευα όλα αυτά τα χρόνια από τον ίδιο της τον εαυτό. Όμως, ποιος την προστάτεψε από τον πόνο της;
Όταν βγήκα από το νοσοκομείο, το σπίτι ήταν άδειο. Οι γείτονες με κοιτούσαν με λύπηση, άλλοι με καχυποψία. Στο χωριό, οι φήμες οργίαζαν. «Η Άννα, η δασκάλα, που η κόρη της πήγε να τη σκοτώσει…» Άκουγα τα ψιθυρίσματα, τα βλέμματα. Ένιωθα μόνη, προδομένη από όλους.
Μια μέρα, βρήκα ένα γράμμα στο τραπέζι. Ήταν από την Ελένη. «Μαμά, συγγνώμη. Δεν άντεχα άλλο. Όλα αυτά τα χρόνια, ένιωθα ότι δεν με αγαπούσες όπως ήμουν. Ήθελα να φωνάξω, να φύγω, να σπάσω τα δεσμά. Δεν ήθελα να σε σκοτώσω, ήθελα να σκοτώσω τον πόνο μου. Συγχώρεσέ με αν μπορείς.»
Έκλαψα με λυγμούς. Δεν ήξερα αν μπορούσα να τη συγχωρέσω. Δεν ήξερα αν μπορούσα να συγχωρέσω τον εαυτό μου. Πού έκανα λάθος; Ήμουν αυστηρή; Ήμουν απόμακρη; Ή μήπως απλά δεν ήμουν εκεί όταν με χρειαζόταν;
Οι μέρες περνούσαν, μα η πληγή δεν έκλεινε. Ο κόσμος συνέχιζε να ζει, να γελάει, να ερωτεύεται. Εγώ έμεινα με τις σκιές μου, με τις ενοχές και τα γιατί. Ο Γιάννης εξαφανίστηκε, η Ελένη το ίδιο. Μόνο η μητέρα μου έμεινε δίπλα μου, να μου κρατάει το χέρι τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Κάθε φορά που κοιτάζω τον γκρεμό, αναρωτιέμαι: Πόσο καλά γνωρίζουμε πραγματικά τα παιδιά μας; Πόσο εύκολα μπορεί να γίνει ο άνθρωπος που αγαπάς ο μεγαλύτερός σου εχθρός; Και τελικά, ποιος φταίει όταν η αγάπη μετατρέπεται σε μίσος;
Ίσως να μην βρω ποτέ τις απαντήσεις. Ίσως να μείνω για πάντα με τα ερωτηματικά. Αλλά αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα έκανα τα πάντα για να ακούσω την Ελένη μου, να την καταλάβω, να της πω πόσο την αγαπώ. Μήπως τελικά, η σιωπή είναι ο χειρότερος εχθρός της οικογένειας;
Τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου; Μπορεί μια μάνα να συγχωρέσει τέτοια προδοσία; Ή μήπως η αγάπη της μάνας είναι πιο δυνατή από τον πόνο;