Περίμενέ με – Μια Νύχτα στις Επείγουσες που Άλλαξε τα Πάντα
«Στέλιο, πρέπει να αποφασίσεις τώρα!» φώναξε ο επιμελητής, η φωνή του σκίζοντας την ατμόσφαιρα της αίθουσας αναμονής. Δεν σκέφτηκα — με τα χέρια να τρέμουν κάτω από τα γάντια, μετρούσα δευτερόλεπτα νιώθοντας τον ιδρώτα να κυλά κάτω από το πλαστικό της μάσκας. Ήταν η Μαρία, μόλις δεκαεπτά, το ασθενοφόρο την είχε φέρει από τροχαίο, σχεδόν χωρίς σφυγμό. Οι γονείς της έξω από την πόρτα, να φωνάζουν, να ικετεύουν: «Γιατρέ, σώστε την κόρη μας!»
Κάθε φωνή, κάθε ήχος στο ER του Ευαγγελισμού μου τρυπούσε το μυαλό. Δεν ήμουν έτοιμος για τέτοιες στιγμές. Πέντε μήνες ειδικότητας, άυπνος, οι παλμοί μου να χτυπάνε σαν τρελοί. Δίπλα μου, η Ελένη, μια νοσηλεύτρια με είκοσι χρόνια εμπειρίας, μου σφίγγει το χέρι: «Στέλιο, πρέπει να διαλέξεις. Αν θα προχωρήσεις σε διασωλήνωση ή αν θα περιμένεις τον πιο έμπειρο. Ο χρόνος τελειώνει. Θα αντέξεις;»
Το μυαλό μου φωνάζει ναι, το σώμα μου είναι ήδη σπασμένο, ο πατέρας μου περνάει μπροστά από τα μάτια μου — «Στέλιο, μη μας ντροπιάσεις. Οι Παπαδόπουλοι είναι γεννημένοι γιατροί». Ο γιος, ο αδερφός, ο φοιτητής του «Άριστα», ο ερασιτέχνης μάγειρας της γιαγιάς, και τώρα ο Στέλιος που όλοι καλούν στην κρίση, εκεί που δεν υπάρχει χώρος για λάθος.
«Ελεύθερος αεραγωγός», φωνάζω, και η καρδιά της Μαρίας αρχίζει να χτυπά πάλι. Οι κόρες των ματιών της συστέλλονται. Ένα κύμα ανακούφισης, μα τα χέρια μου ακόμα τρέμουν. Κοιτάζω την Ελένη κι εκείνη μου γνέφει. Δεν έχω χρόνο ούτε να σκεφτώ…
Τα φώτα του διαδρόμου χτυπάνε αφόρητα. Στις 4:02 π.μ. χτυπάει το κινητό μου: «Στέλιο, πότε θα φανείς; Έχουμε τα γενέθλια του πατέρα σου! Όλη η οικογένεια σε περιμένει. Μη μας ντροπιάσεις, παιδί μου», ψιθυρίζει η μητέρα μου. Μια θηλειά στον λαιμό. Δεν απαντώ. Ποιον να προλάβω πρώτο; Το σύστημα ή το σπίτι;
Η βάρδια συνεχίζεται χωρίς έλεος. Κάθε περιστατικό, μια φωνή από το παρελθόν. «Είσαι αρκετός; Μπορείς;» Στη διακοπή αναζητώ στιγμές ανάμεσα στους συναδέλφους. Μου μιλούν με βλέμμα σπασμένο, φαγωμένο από το βάρος της δουλειάς. Ο Δημήτρης, ένας ειδικευόμενος δυο χρόνια μπροστά μου, μου λέει χαμηλόφωνα: «Δεν θα τελειώσει ποτέ, το ξέρεις. Ή βρίσκεις σκοπό ή σε καταπίνει».
Όταν βρίσκω δυο λεπτά να περάσω από το δωμάτιο αναζωογόνησης, η Μαρία κοιμάται βαθιά. Η μητέρα της, η κυρία Πόπη, με κοιτάζει με σπασμένα μάτια και υγρά μάγουλα. «Πώς το κάνεις αυτό, γιατρέ; Πώς αντέχετε την ευθύνη;» Της μιλάω ψιθυριστά, νιώθοντας τα δάκρυα να μαζεύονται: «Δεν αντέχεται κυρία Πόπη. Μόνο το κάνουμε, και περιμένουμε να μη ραγίσουμε…»
Η δική μου πραγματικότητα έξω από το νοσοκομείο φαίνεται ξένη, κρύα, άδεια. Ο πατέρας μου, o καθηγητής Παπαδόπουλος, αδιάλλακτος, περιμένει να γίνω καλύτερος. Το σπίτι μου έχει ένα πιάτο μακαρόνια άγγιχτο πάνω στο τραπέζι εδώ και μέρες, η καφετιέρα καρβουνιασμένη. Οι φίλοι εξαφανισμένοι, η κοπέλα μου φωνάζει στο τηλέφωνο τα ξημερώματα «Περίμενε για μένα, Στέλιο. Μη χαθείς στα βάθη του νοσοκομείου…» Αλλά ποιος με περίμενε στ’ αλήθεια;
Η βάρδια κρατάει 17 ώρες. Η κούραση μου τραβά τα άκρα, τα μάτια μου ξεραμένα στο φως των αναλύσεων. Στις 12:17, ο πατέρας μου στέλνει μήνυμα: «Δε σε καμαρώνουμε για αυτά τα εφημερεύοντα, μ’ ακούς; Για εμένα θα έπρεπε να είσαι ήδη καθηγητής, όχι σκλάβος των επειγόντων.» Πνίγομαι. Δεν απαντώ. Κοιτάζω τις πινακίδες των ασθενών — Ζωή, Θάνατος, Πόνος, Μοναξιά.
Στις 2:28 επανέρχεται έφηβος με κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Το δικό μου σώμα πια με προδίδει. Η Ελένη βλέπει το τρέμουλο στα χέρια μου. «Θέλεις να βγεις για πέντε λεπτά;» Την κοιτάζω και γελάω πικρά: «Κι αν φύγω, ποιος θα έρθει στη θέση μου; Κανείς δεν μας περιμένει εκεί έξω, Ελένη. Ούτε οικογένεια, ούτε φίλοι. Όλα παγώνουν στα Επείγοντα.»
Οι ώρες κυλούν βασανιστικά, ο κάθε χτύπος ρολογιού είναι ένα καρφί στις προσδοκίες μου. Μια στιγμή πιάνω τον εαυτό μου να κοιτά το ταβάνι, λες και εκεί είναι γραμμένη η απάντηση. Τι ψάχνω; Πόση αντοχή ζητάνε από εμάς;
Στις 6:47 π.μ. η βάρδια τελειώνει. Βγαίνω και βρίσκω τον πατέρα μου στην υποδοχή. «Ήρθα γιατί η μάνα σου δεν σταμάτησε να ανησυχεί. Πού ήσουν;» Με κοιτάζει όπως στις σχολικές γιορτές, τότε που τρεμόπαιζε το στόμα του από αγωνία. «Ήμουν εδώ, πατέρα. Κάποιος έπρεπε να μείνει. Κάποιος έπρεπε να περιμένει γι’ αυτούς που δεν έχουν άλλον».
Σιωπή. Τα μάτια του γίνονται κουρασμένα, ραγισμένα, για πρώτη φορά μοιάζει να καταλαβαίνει. «Στάθηκες. Αλλά να θυμάσαι, έχεις και εμάς…»
Περπατώ προς το σπίτι, τα πόδια μου με σέρνουν. Θέλω να κοιμηθώ αλλά δεν μπορώ. Τα πρόσωπα εκείνης της νύχτας, τα λόγια δεν φεύγουν από το κεφάλι μου. Η Μαρία είναι ζωντανή – αλλά εγώ; Η οικογένειά μου ακόμα με περιμένει, αλλά εγώ ξέρω πού ανήκω πια;
Καμιά φορά, το μόνο που μπορείς να ζητήσεις σε αυτή τη ζωή, είναι να περιμένει κάποιος για σένα. Μα μήπως τελικά, αυτό το «περίμενέ με», είναι το πιο δύσκολο που ζητάμε ποτέ;