Η θάλασσα που μας χώρισε: Γιατί δε θέλω ποτέ ξανά διακοπές με την οικογένεια του συζύγου μου

«Πάλι τα ίδια, Άγγελε;» ψιθύρισα τρώγοντας το χείλι μου, κοιτάζοντας το κινητό, που αναβόσβηνε με μήνυμα της πεθεράς. Ο άνδρας μου, ο Άγγελος, είχε αυτή τη γνωστή ανέμελη στάση: «Έλα, Χριστίνα, είναι διακοπές, όλοι περνάνε καλά μαζί. Μην κάνεις έτσι πάλι πριν πάμε!» Μα τι σημαίνει “όλοι”; Γιατί νιώθω κάθε χρόνο πως είμαι η μόνη που σκάει για τα έξοδα, τη νοοτροπία της μητέρας του, το συνεχές πείραγμα του ξαδέλφου του, τον παγερό πόλεμο ανάμεσα στην κουνιάδα και τον φίλο της; Στην Ελλάδα δεν ξέρεις τι σημαίνουν οικογενειακές διακοπές αν δεν το ζήσεις με τα πεθερικά σου.

Φέτος μας κάλεσε η θεία Ελένη στο εξοχικό της στην Χαλκιδική. Θα μαζευόμασταν, έλεγε, όλη η οικογένεια: οι γονείς του Άγγελου, οι αδελφές του, τα ξαδέλφια, τα ανίψια, και φυσικά εγώ, πακέτο ως «νύφη» που πρέπει να διατηρεί την εικόνα τέλειας συμβίας. Το έβλεπα πάλι να έρχεται. “Αν σου πω όχι, θα φανείς ότι δεν αγαπάς το σόι μου,” είπε ο Άγγελος. Πώς κατάφεραν, μέσα σε έξι λέξεις, να με αγχώσουν περισσότερο απ’ όλη τη δουλειά του μήνα; Όλα στο τραπέζι: να τα πακετάρεις, να φτιάξεις λίστα για τα παιδιά, να κανονίσεις ποιος θα φέρει το λάδι, τα σύκα, τα σεντόνια, όλα αυτονόητα για τις άλλες γυναίκες της οικογένειας εκτός από μένα. «Δεν πειράζει, εγώ θα ετοιμάσω το φαγητό τον πρώτο βράδυ», με καθησύχαζε η πεθερά μου, αλλά ήξερα: θα θυμηθούν να φέρουν μόνο ελάχιστα από τα συμφωνημένα, αφήνοντάς με, παράξενη νύφη, να τα διορθώνω τελευταία στιγμή.

Η πρώτη μέρα κύλησε με εκείνη τη χαρακτηριστική λύσσα του ελληνικού καλοκαιριού: κουβαλητά βαλίτσες, κάψα, παιδιά να τσιρίζουν για παγωτό, να ασχολούνται όλοι με το ποιος θα πάρει το “καλό” δωμάτιο. Ο Άγγελος είχε εξαφανιστεί για τσίπουρο με τον θείο Πέτρο στο μπαλκόνι. Η πεθερά μου έψαχνε να συντονίσει τα πάντα και ο πεθερός έβαζε τις φωνές στα παιδιά: «Εδώ είμαστε διακοπές, όχι ζούγκλα!» Ευτυχώς που δεν έβλεπε τι γινόταν στην κουζίνα και πίσω από τις πόρτες…

Το βράδυ, μαζευτήκαμε όλοι στο τραπέζι της βεράντας, με θέα το σκοτεινό Αιγαίο. Καθόμουν -όπως πάντα- ανάμεσα στη σιωπηλή κουνιάδα μου τη Ματίνα και τη ρόδινη από τον ήλιο μικρή ανιψιά. Κι εκεί ξεκίνησαν όλα τα γνώριμα: κουτσομπολιό για τους γείτονες της θείας Ελένης, “αθώα” υπενθύμιση ποιος δουλεύει λιγότερο («Κάποιες έχουν πολλή ελεύθερη ώρα, βέβαια…», είπε η πεθερά και μου έριξε υπονοούμενο βλέμμα), πειράγματα από τον Γιάννης, τον ξάδελφο του Άγγελου, που έβρισκε πάντα αφορμή να με φέρνει σε δύσκολη θέση. Κρατούσα το κρασί μου λες και ήταν σωσίβιο, δε μιλούσα πολύ — ό,τι πεις εδώ μπορεί να πολυχρησιμοποιηθεί εναντίον σου αργότερα.

Ο Άγγελος, πάντα στη μέση, προσπαθούσε να στρογγυλέψει τις καταστάσεις. «Άσε, μαμά, σιγά! Η Χριστίνα δουλεύει όλη μέρα!» αλλά είχε ήδη πει το δικό της. Όσο περνούσε η νύχτα, μια γαλήνια βελουδένια υγρασία σκέπαζε το σπίτι, μα εγώ ήξερα πως μέσα μου φούντωνε τυφώνας. Γιατί κάθε φορά, όσο κι αν προσπαθώ να γίνω μέρος αυτής της οικογένειας, νιώθω ανεπιθύμητη. Ένας ξένος σε τραπέζι δικό της, ένα φωνήεν ανάμεσα σε συμφωνίες.

Ξημερώματα, ηχηρό μπάμ: η κουνιάδα είχε τσακωθεί με τον φίλο της. Η θεία γκρίνιαζε πως θα κάνουν ρεζίλι τη γειτονιά. Ο Άγγελος εξαφανισμένος – ποιος ξέρει, ίσως να ντρέπεται για μένα, που κάνω παράπονα και δεν χαμογελώ παθητικά σαν όλες τις άλλες γυναίκες. Ήμουν μόνη, με τα νεύρα μου κουρελιασμένα και μια βαλίτσα γεμάτη ελπίδες για “ήρεμες διακοπές” που δεν τόλμησαν ποτέ να υπάρξουν.

Τα πρωινά στη Χαλκιδική γίνονται θέατρο: ο πεθερός θέλει ησυχία, η γιαγιά –που την έφεραν ξανά, κόντρα στην επιθυμία της– βαριέται μα αναστενάζει για να το δούμε όλοι, τα ανίψια κάνουν φασαρία και ξεσηκώνουν το σπίτι. Πάντα εγώ να τους διαχωρίζω, εγώ να ετοιμάζω πρωινό τη σειρά για τις τουαλέτες… Και πάντα στο τραπέζι η συζήτηση για τα λεφτά. «Φέτος τα λογαριάσατε; Τα έξοδα αυτά που τα γράφεις, Χριστίνα; Ε, νύφη είσαι, εσύ να τα κρατάς!»

Άλλη μια μέρα περνάει με φωνές, μουρμούρες, αναμεταξύ τους καυγάδες για σαχλαμάρες, μικρές φιλοφρονήσεις με σπόντες. Η πεθερά μου εξηγεί στην κουνιάδα μου πώς να είναι «καλή γυναίκα στο σπίτι». Τη μια στιγμή τρώμε καρπούζι και λίγο μετά διαγκωνίζονται για το ποιος κάνει τα περισσότερα. Δεν αντέχω άλλο τα θεατρικά, τα άχρηστα σχόλια για το τι φοράω στην παραλία, τα υπονοούμενα γιατί δεν έχω ακόμη δεύτερο παιδί, τα βλέμματα στα οικονομικά μας… «​​Χριστίνα, φέτος δεν πλήρωσες ακόμα για το ψάρι, έτσι; Μη νομίζεις!» δήθεν αστεία, μα βαθειά πληγή ενδιάμεσα στα πλευρά.

Τη νύχτα, κλείνομαι στην τουαλέτα – μόνο εκεί μπορείς να μείνεις μόνη. Ανοίγω το κινητό μου, κοιτάζω φωτογραφίες από άλλες διακοπές, να θυμηθώ ότι μπορώ να περνάω όμορφα. Το πνιγηρό γέλιο των άλλων από το μπαλκόνι βγαίνει σαν φωνή φάντασμα. Θέλω να φύγω – να πάρω τα πράγματά μου, τα παιδιά μου, να πάω σπίτι μου, να πω “φτάνει”. Αλλά φοβάμαι. Πώς θα το πεις στον Άγγελο ότι αυτή η θάλασσα που έπρεπε να μας ενώνει, κάθε χρόνο μας χωρίζει; Την επόμενη μέρα, η διπλανή οικογένεια στη θάλασσα γελάει και τραγουδάει με την κιθάρα. Η μικρή μου ρωτάει: «Μαμά, γιατί δεν χαμογελάς όπως οι άλλες μαμάδες στο κύμα;» Δεν ξέρω τι να απαντήσω.

Το τελευταίο βράδυ, όταν όλοι κοιμούνται, βγαίνω στην αυλή. Το βλέμμα γλιστρά στη σκοτεινή θάλασσα κι αναρωτιέμαι: Γιατί παλεύω να χωρέσω εκεί που μάλλον δεν ανήκω; Γιατί κάθε καλοκαίρι πρέπει να αποδεικνύω ότι αξίζω θέση σε αυτή την οικογένεια; Κι αν η πραγματική οικογένεια είναι αυτή που δημιουργούμε, όχι αυτή στην οποία προσπαθούμε να ανήκουμε με το ζόρι;

«Άραγε, πόσοι άλλοι νιώθουν έτσι; Ένιωσα ποτέ πραγματικά δική τους; Ίσως αξίζει να διεκδικήσω το δικό μου καλοκαίρι…»