«Γύρισε στο σπίτι και ζήτησε διαζύγιο: τότε θυμήθηκα τα λόγια της μάνας μου»

«Δέσποινα, πρέπει να μιλήσουμε», είπε μπαίνοντας απότομα στο σαλόνι, με τα μάτια χαμηλωμένα και τα χέρια σφιγμένα στις γροθιές. Η φωνή του Αλέξη, που τόσο συνήθισα να ακούω να σιγοτραγουδάει τα πρωινά της Κυριακής, τώρα αντηχούσε ξένη στ’ αυτιά μου —ψυχρή, σχεδόν απειλητική. Πριν προλάβω να ρωτήσω τι συμβαίνει, εκείνος συνέχισε: «Θέλω διαζύγιο». Μία παύση διαπέρασε τον αέρα, γέμισε το δωμάτιο με μια πνιγηρή σιωπή που μου έκαιγε το δέρμα. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος.

Κοίταξα γύρω, πέρα από τη γυαλιστερή επιφάνεια του τραπεζιού, πάνω στα παιδικά σχέδια που είχαν φτιάξει τα παιδιά μας: καρδούλες, ήλιους με χαμόγελα, το σκυλί μας, τη ζωή μας. Δεν μπορούσα να ανασάνω. Οι λέξεις μπλέκονταν στο λαιμό μου. «Τι εννοείς; Αλέξη, τι λες; Δεκαέξι χρόνια…» Ήθελα να τον ταρακουνήσω, να του φωνάξω πως δεν μπορείς απλά να διαγράψεις μια ζωή. Εκείνος απέφυγε το βλέμμα μου. «Δεν είμαι καλά. Θέλω… μια νέα αρχή.»

Ταυτόχρονα ακούστηκαν τα πατήματα της Ελένης από το δωμάτιό της. «Μαμά; Τι συμβαίνει;» ψιθύρισε. Μαζεύτηκα. Δεκάχρονη ακόμα, ήξερε να διαβάζει τον πόνο στο πρόσωπό μου. Χαμογέλασα ψεύτικα. «Τίποτα, αγάπη μου, όλα καλά. Πήγαινε να διαβάσεις, θα έρθω σε λίγο.»

Όταν η πόρτα έκλεισε ξανά πίσω της, ο Αλέξης σηκώθηκε και πήγε να μαζέψει μερικά ρούχα. Άκουσα το φερμουάρ να κλείνει βαριά, ασήκωτο όπως τα νέα του. Ενστικτωδώς πήρα το τηλέφωνο. Η μητέρα μου απάντησε με τη φωνή της ζεστής φασολάδας. «Παιδί μου;» Δεν μπόρεσα να αρθρώσω λέξη. Μόνο έκλαιγα.