«Νόμιζα πως δουλεύει για το μέλλον μας, μέχρι που η γειτόνισσα μου άνοιξε τα μάτια»
«Πάλι αργεί ο Νίκος;» Η φωνή της μητέρας μου ακούστηκε από το σαλόνι, γεμάτη ανησυχία και μια δόση καχυποψίας. Έσκυψα το κεφάλι πάνω από το πιάτο με τα γεμιστά που είχα ετοιμάσει, προσπαθώντας να κρύψω το τρέμουλο στα χέρια μου. «Έχει πολλή δουλειά στη ΔΕΗ αυτές τις μέρες, μαμά. Το ξέρεις.»
Η αλήθεια είναι πως δεν το ήξερα. Ή μάλλον, ήθελα να το πιστεύω. Είκοσι πέντε χρόνια παντρεμένοι, με δύο παιδιά που σπουδάζουν στη Θεσσαλονίκη, και μια ζωή που κυλούσε ήσυχα, σχεδόν βαρετά. Ο Νίκος πάντα ήταν ο ήρωάς μου: εργατικός, φιλότιμος, με χιούμορ που με έκανε να γελάω ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Όταν άρχισε να γυρίζει αργά, έλεγε πως έπρεπε να κάνει υπερωρίες για να μαζέψουμε κάτι παραπάνω για τη σύνταξη. «Να ξεκουραστούμε επιτέλους, Μαρία μου», μου έλεγε και με φιλούσε στο μέτωπο.
Κάθε βράδυ στρωνόμουν στο τραπέζι, άναβα το κερί που του άρεσε και περίμενα. Μερικές φορές αποκοιμιόμουν πάνω στο βιβλίο μου ή στο κινητό, μέχρι που άκουγα το κλειδί στην πόρτα και έτρεχα να ζεστάνω το φαγητό. Δεν παραπονέθηκα ποτέ. Έλεγα στον εαυτό μου: «Για εμάς τα κάνει όλα αυτά. Για να μην μας λείψει τίποτα.»
Όλα άλλαξαν ένα απόγευμα του Μαρτίου. Είχα βγει στο μπαλκόνι να ποτίσω τις γλάστρες όταν η κυρία Ελένη από τον τρίτο όροφο με πλησίασε με εκείνο το βλέμμα που πάντα προμήνυε μπελάδες.
«Μαρία μου, σε είδα χθες βράδυ να περιμένεις πάλι τον Νίκο. Καλή ψυχή είσαι, αλλά…»
«Αλλά;» τη διέκοψα, προσπαθώντας να χαμογελάσω.
«Τον είδα προχθές στο καφέ της πλατείας με τη Βάσω από το λογιστήριο. Πολύ κοντά ήταν…»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Η Βάσω; Η Βάσω που πάντα έλεγε πως είναι φίλη μας; Που ερχόταν στα τραπέζια μας και γελούσε με τα αστεία του Νίκου;
«Μπορεί να ήταν τυχαίο…» ψιθύρισα.
Η κυρία Ελένη ανασήκωσε τους ώμους. «Εγώ σου λέω τι είδα. Εσύ ξέρεις.»
Όλο το βράδυ εκείνο δεν μπόρεσα να βρω ησυχία. Ο Νίκος γύρισε κατά τις έντεκα, μύριζε άρωμα που δεν ήταν δικό μου και είχε ένα βλέμμα αλλού. Προσπάθησα να του μιλήσω:
«Νίκο, όλα καλά στη δουλειά; Φαίνεσαι κουρασμένος.»
Με κοίταξε βιαστικά, σχεδόν ενοχλημένος. «Όλα καλά, Μαρία. Μην ανησυχείς για τίποτα.»
Τη νύχτα εκείνη δεν κοιμήθηκα καθόλου. Γύριζα στο κρεβάτι σαν ψάρι έξω από το νερό. Το μυαλό μου έπαιζε σκηνές: ο Νίκος και η Βάσω να γελάνε μαζί, να αγγίζονται τρυφερά, να μοιράζονται μυστικά που εγώ δεν ήξερα.
Τις επόμενες μέρες έγινα σκιά του εαυτού μου. Έψαχνα δικαιολογίες για τα πάντα: για τα μηνύματα που έσβηνε βιαστικά στο κινητό του, για τις υπερωρίες που δεν τελείωναν ποτέ, για τα σαββατιάτικα πρωινά που έφευγε δήθεν για ψώνια και γύριζε μετά από ώρες.
Μια Κυριακή πρωί, ενώ καθάριζα το σπίτι, βρήκα στην τσέπη του σακακιού του μια απόδειξη από ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Δεν ήθελα να πιστέψω αυτό που έβλεπα.
Όταν γύρισε σπίτι, τον περίμενα στην κουζίνα.
«Νίκο, μπορούμε να μιλήσουμε;»
Στάθηκε στην πόρτα, με κοίταξε σαν ξένο.
«Τι συμβαίνει;»
Του έδειξα την απόδειξη.
«Τι είναι αυτό;»
Έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες.
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις…» ψέλλισε τελικά.
«Τότε τι είναι; Γιατί δεν κοιτάς στα μάτια; Γιατί κάθε βράδυ γυρίζεις αργά; Γιατί μυρίζεις άρωμα άλλης γυναίκας;»
Η φωνή μου έσπασε. Τα δάκρυα κύλησαν χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω.
Ο Νίκος κάθισε απέναντί μου και για πρώτη φορά μετά από χρόνια είδα έναν άνθρωπο κουρασμένο, χαμένο.
«Μαρία… Δεν ξέρω πώς έγινε. Στην αρχή ήταν απλά κουβέντα στη δουλειά… Με τη Βάσω γελούσαμε, ξεχνιόμουν λίγο από τα προβλήματα… Μετά… Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»
«Και τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησα σχεδόν ψιθυριστά.
«Δεν ξέρω…»
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν θολές. Η μητέρα μου κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά και προσπαθούσε διακριτικά να με στηρίξει. Τα παιδιά τηλεφωνούσαν και προσπαθούσα να ακουστώ χαρούμενη, αλλά μέσα μου ένιωθα ένα κενό που μεγάλωνε κάθε μέρα.
Η Βάσω συνέχισε να εμφανίζεται στη γειτονιά σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Οι γείτονες ψιθύριζαν πίσω από τις κουρτίνες τους. Ένιωθα τα βλέμματα πάνω μου όταν πήγαινα στο σούπερ μάρκετ ή στο φούρνο.
Ένα βράδυ αποφάσισα να μιλήσω στα παιδιά μέσω βιντεοκλήσης. Δεν άντεχα άλλο το ψέμα.
«Μαμά, τι έχεις;» με ρώτησε η Ελένη πρώτη.
«Κορίτσι μου… Ο πατέρας σας… Περνάμε μια δύσκολη φάση.»
Τα παιδιά πάγωσαν στην οθόνη. Ο Γιώργος προσπάθησε να με καθησυχάσει: «Όλα θα πάνε καλά, μαμά. Είμαστε εδώ.»
Το σπίτι γέμισε σιωπή τις επόμενες εβδομάδες. Ο Νίκος κοιμόταν στον καναπέ. Μιλούσαμε μόνο για τα απολύτως απαραίτητα: λογαριασμούς, ψώνια, δουλειές του σπιτιού.
Μια μέρα η μητέρα μου με πήρε αγκαλιά στην κουζίνα.
«Μην αφήσεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λίγη, Μαρία μου. Εσύ κράτησες αυτό το σπίτι όρθιο τόσα χρόνια.»
Τα λόγια της ήταν βάλσαμο στην πληγωμένη μου ψυχή.
Μετά από μήνες σιωπής και πόνου, κάθισα με τον Νίκο ένα βράδυ στην αυλή μας κάτω από τη λεμονιά.
«Θέλω να ξέρω αν υπάρχει κάτι ακόμα ανάμεσά μας», του είπα ήρεμα.
Με κοίταξε στα μάτια για πρώτη φορά μετά από καιρό.
«Μαρία… Έκανα λάθος. Δεν ξέρω αν μπορώ να το διορθώσω, αλλά θέλω να προσπαθήσω.»
Δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο. Ξέρω μόνο πως τίποτα δεν είναι δεδομένο στη ζωή – ούτε η αγάπη, ούτε η εμπιστοσύνη. Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και αναρωτιέμαι: αξίζει να δώσουμε δεύτερη ευκαιρία όταν όλα έχουν ραγίσει;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε ή θα προχωρούσατε μπροστά μόνη;