Ένα Μικρό Διαμέρισμα, Ένα Μεγάλο Πήγαινε-Έλα και η Ερημιά Ανάμεσά μας: Ένα Ημερολόγιο Αγάπης που Ξεθώριασε στην Αθήνα
«Πάλι αργείς Διονύση;» ψιθύρισα όσο γύριζε το κλειδί του στην πόρτα. Η κουζίνα μύριζε καμένο ρύζι κι εγώ ήμουν ήδη στο δεύτερο ποτήρι κρασί. Εκείνος, βαρύς και κουρασμένος, άφησε τη μαύρη του τσάντα κάτω δίπλα στο χαλασμένο καλοριφέρ. «Μήπως σήμερα θα μπορούσες να με αφήσεις να ηρεμήσω;», μου πέταξε, χωρίς καν να με κοιτάξει στα μάτια. Η φωνή του λειαντική, λες και η ίδια του η ύπαρξη τον ενοχλούσε, πόσο μάλλον εγώ.
Και κάπου εκεί ξεκινά το δικό μου μακρύ ταξίδι: το βράδυ που, καθώς το ρολόι χτυπούσε εννιά, κατάλαβα πως το σπίτι μας δεν ήταν πια γεμάτο όνειρα, αλλά γεμάτο σκιές. Μικρό το σπίτι μας – μόλις 38 τετραγωνικά. Κάποτε μου έφτανε ένα χαμόγελό του για να αισθάνομαι ότι μπορώ να αναπνεύσω εδώ μέσα, να ονειρευτώ κάθε γωνιά. Τώρα όμως, ακόμη και το φως έμοιαζε στενόχωρο. Η Αθήνα με τα φώτα της απ’ έξω, αλλά μέσα, σκοτάδι.
Κάθε πρωινό ο Διονύσης σήκωνε το κεφάλι του από το μαξιλάρι βρίζοντας για τα λεωφορεία, τα απεργημένα μετρό, το συνεχές πήγαινε-έλα προς τον Άγιο Δημήτριο, εκεί που ήταν το μεσιτικό στο οποίο έπιασε δουλειά πριν τρία χρόνια. «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη γειτονιά, Μαρίνα. Πόσο να κρατήσει το μετρό ακόμα κλειστό; Τα λεωφορεία ξινίζουν στο Παγκράτι και μας αφήνουν στη μέση του πουθενά! Δεν γίνεται έτσι ζωή!». Το έλεγε ξανά και ξανά, μα εγώ μόνο κουνούσα το κεφάλι. Θυμάμαι πως στην αρχή τα ‘παιρνα προσωπικά. Σαν να έφταιγα για την κατάσταση. Ίσως και να έφταιγα. Ήμουν εγώ που πρότεινα αυτό το φτηνό, φωτεινό διαμέρισμα στην Κυψέλη: «Έχει καταπληκτικό δάπεδο, και τέτοιο μπαλκόνι δεν βρίσκεις αλλού!» του είχα πει. Δεν μπήκα καν στη σκέψη πως το δικό του πήγαινε-έλα θα γινόταν σταδιακά ο λόγος κάθε καυγά.
Οι γονείς μου έλεγαν πάντα ότι η αγάπη χτίζεται στη δυσκολία. Ίσως κι αυτοί είχαν δίκιο, αλλά δεν έζησαν το δικό μου άγχος. Κάθε βράδυ, μόνη στο μικρό τραπέζι, η τηλεόραση έπαιζε απαρατήρητη σειρές, το φαγητό μου κρύωνε και σκέψεις πικρές με έπνιγαν – «Μήπως τελείωσε αυτό που έχουμε;». Σαν να συρρίκνωνε το σπίτι μας το βάρος της σιωπής. Ο Διονύσης έτρωγε βιαστικά, μίλαγε λίγο, έπεφτε για ύπνο. Όποτε τον ρώταγα «είσαι καλά;», μου απαντούσε πιο ψυχρά κι απ’ το μάρμαρο της Βασιλίσσης Σοφίας.
Κάμποσες βραδιές είχαμε ξεκινήσει συζητήσεις που κατέληγαν σε καυγά. «Να μετακομίσουμε», έλεγε, «κάπου πιο κοντά στη δουλειά μου!» Εγώ αμυνόμουν: «Μα εδώ νιώθω ασφαλής! Δεν έχω κουράγιο για αλλαγές τώρα…». Και κάπου εκεί έμπαινε το μεγάλο θέμα: ποιος θυσιάζει τι για τον άλλον. «Εγώ θυσιάζω ώρες στη διαδρομή, εσύ θυσιάζεις τί;», φώναζε μια μέρα που ο θυμός του ξέσπασε μες στο μπάνιο. Θυμάμαι πως το μόνο που κατάφερα να πω ήταν: «Θυσιάζω κι εγώ τον εαυτό μου μες στη μοναξιά εδώ μέσα!».
Τις μέρες που δεν είχα δουλειά στο σχολείο, έφτιαχνα το σπίτι. Άστραφτε από καθαριότητα, έκανα το μπαλκόνι να μοιάζει με κήπο, μα δεν είχε αντίκρισμα. Το μάτι του πάντα στο ρολόι, το μυαλό του στα λεωφορεία. Μια φορά τον περίμενα με κεράκια, με φαγητό από τα χέρια μου. Ήρθε πάλι αργά, μούσκεμα από τη βροχή. «Τι νόημα έχει, Μαρίνα, ό,τι και να κάνεις;» μου είπε, χωρίς καν να δει τι είχα ετοιμάσει. Δεν τον είχα ξαναδεί τόσο απογοητευμένο. Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα πρώτη φορά στον καναπέ.
Ακόμη και οι φίλοι μας απομακρύνθηκαν. Οι προσκλήσεις για φαγητό λιγόστεψαν, γιατί ο Διονύσης ήθελε μόνο να κλειστεί σπίτι, να μη δει κανέναν. Σα να ήμασταν δύο συγκάτοικοι που τυχαίνει να μοιράζονται το ίδιο στρώμα. Είχα ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον, να νιώσω ακόμη πως έχω ζωή έξω από το διαμέρισμα και τη δουλειά. Μια μέρα τηλεφώνησα στη μάνα μου. Μου είπε: «Τα ζευγάρια έχουν κρίσεις, δεν είσαι μόνη σου!». Μα όταν έσκυψα το τηλέφωνο, κατάλαβα πως αυτό το «μαζί» είχε γίνει «μόνη».
Πέρασαν οι μήνες, κι έγινε το διαμέρισμα φυλακή. Σκέφτηκα, μήπως αν έμενα εγώ πιο μακριά από τη δική μου δουλειά, να τον ελαφρύνω. Του το πρότεινα: «Να ψάξουμε ένα σπίτι στην Καλλιθέα; Τα ενοίκια λίγο ακριβότερα, αλλά θα φτάνεις σε δέκα λεπτά». Με κοίταξε παραξενεμένος: «Εσύ το λες αυτό;». Εγώ μόλις που κατάφερα να χαμογελάσω. Το είπα χωρίς ενθουσιασμό, κι εκείνος το κατάλαβε. «Δεν αλλάζει τίποτα αν το κάνουμε από ανάγκη», μου είπε τελικά. Κι αυτή η φράση του ήταν η ταφόπλακα της προσπάθειάς μας.
Τα βράδια ξαπλωμένοι ο ένας πλάτη στον άλλον, σκεφτόμουν τις στιγμές στο ξεκίνημά μας: τότε που ακόμη και η διαδρομή με το λεωφορείο έμοιαζε περιπέτεια. Τώρα, ούτε καν το καλημέρα δεν βγαίνει εύκολα. Ποιος μάς άφησε να γίνουμε έτσι;
Μια μέρα Σαββάτου, εκεί που έβγαινα να πετάξω τα σκουπίδια, άκουσα δύο γείτονες να συζητούν. Η μία έλεγε: «Κανένας δεν είναι πια χαρούμενος, όλοι κάτι παραπάνω θέλουν!» Η καρδιά μου σφίχτηκε – τόσο απλό είναι; Κάτι παραπάνω; Ένα μεγαλύτερο σπίτι, μια πιο εύκολη διαδρομή, λιγότερες αντοχές… Ή, απλά, χάνουμε τον δρόμο στη διαδρομή, ξεχνάμε γιατί ξεκινήσαμε μαζί.
Ακόμη ζούμε στο ίδιο εκείνο διαμέρισμα. Κάποιες μέρες καλυτερεύουν, κάποιες απλά επιβιώνουμε. Η αγάπη που σκοντάφτει στην καθημερινότητα – αξίζει να την κυνηγήσουμε πάλι από την αρχή; Ή μήπως πρέπει να αφήσουμε το μικρό διαμέρισμα και τις μεγάλες προσδοκίες πίσω μας, για να βρούμε τη δική μας ανάσα;
Πείτε μου, πιστεύετε ότι υπάρχει επιστροφή όταν η αγάπη πνίγεται στα μικρά πράγματα; Ή απλώς μεταφέρουμε το βάρος μας από σπίτι σε σπίτι;