Όταν η Οικογένεια Δεν Φτάνει: Η Μοναξιά μου στη Σκιά της Πατρικής Στέγης στην Αθήνα
«Μαμά, γιατί δεν έρχεσαι ποτέ να μείνεις μαζί μας;» Η φωνή του μικρού μου Γιάννη αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου, γεμάτη παράπονο και αθωότητα. Κοιτάζω το ρολόι: 19:45. Έχω μόλις τελειώσει το πλύσιμο των πιάτων και το σπίτι μοιάζει με πεδίο μάχης. Παιχνίδια παντού, ρούχα σκορπισμένα, το τηλέφωνο να χτυπάει αδιάκοπα. Στην άλλη άκρη της γραμμής η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, με τη γνώριμη φωνή της – πάντα λίγο απόμακρη, πάντα λίγο βιαστική.
«Μαρία, δεν θα μπορέσω να περάσω σήμερα. Έχω να πάω στη θεία σου, είναι άρρωστη. Εσύ είσαι καλά;»
«Καλά είμαι, μαμά. Μην ανησυχείς.» Η φωνή μου βγαίνει ψεύτικα ήρεμη, αλλά μέσα μου βράζω. Πόσες φορές ακόμα θα ακούσω μια δικαιολογία; Πόσες φορές θα μείνω μόνη να παλεύω με όλα;
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ήμασταν μια δεμένη οικογένεια. Ο πατέρας μου, ο κύριος Νίκος, πάντα σιωπηλός, αποστασιοποιημένος. Θυμάμαι μικρή να τον βλέπω να κάθεται στην πολυθρόνα του, με το βλέμμα χαμένο στη βραδινή ΕΡΤ, ενώ εγώ και η αδερφή μου παίζαμε στο χαλί. Η μαμά πάντα κουρασμένη, πάντα με μια ποδιά δεμένη στη μέση, να τρέχει πίσω από όλους εκτός από εμένα.
Όταν έμεινα έγκυος στον Γιάννη, νόμιζα πως όλα θα άλλαζαν. Πίστευα πως το εγγόνι θα έφερνε την οικογένεια πιο κοντά. Όμως τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Ο άντρας μου, ο Σταύρος, δουλεύει ατελείωτες ώρες σε μια εταιρεία πληροφορικής στο Μαρούσι. Γυρίζει σπίτι αργά, εξαντλημένος και σπάνια έχει διάθεση να ασχοληθεί με τον μικρό ή μαζί μου. Οι φίλες μου έχουν χαθεί μέσα στις δικές τους ζωές – άλλες παντρεμένες, άλλες στο εξωτερικό.
Έτσι βρέθηκα μόνη, σε ένα διαμέρισμα στα Πατήσια, να προσπαθώ να τα βγάλω πέρα. Οι μέρες μου γεμάτες φωνές παιδιών από το διπλανό σχολείο, ήχους αυτοκινήτων και μια μόνιμη αίσθηση κενού. Κάθε φορά που ζητούσα βοήθεια από τους γονείς μου, έβρισκα μπροστά μου έναν τοίχο δικαιολογιών.
«Δεν μπορώ σήμερα, Μαρία μου, έχω ραντεβού στο ΙΚΑ.»
«Ο πατέρας σου είναι κουρασμένος.»
«Έχω να πάω στη λαϊκή.»
Και κάθε φορά εγώ να καταπίνω τον θυμό και την απογοήτευση. Να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως δεν πειράζει, πως μπορώ μόνη μου. Αλλά δεν μπορώ.
Θυμάμαι ένα βράδυ που ο Γιάννης ανέβασε πυρετό. Ήταν τρεις τα ξημερώματα κι εγώ έτρεμα από αγωνία. Πήρα τηλέφωνο τη μαμά – δεν απάντησε. Ο Σταύρος κοιμόταν βαριά. Ένιωσα τότε μια απελπισία που δεν είχα ξανανιώσει ποτέ. Έβαλα το παιδί στην αγκαλιά μου και κάθισα στο πάτωμα της κουζίνας, κλαίγοντας σιωπηλά για να μην τον ξυπνήσω.
Την επόμενη μέρα η μητέρα μου ήρθε για δέκα λεπτά μόνο για να αφήσει κάτι φαγητό και να φύγει βιαστικά.
«Δεν μπορώ να κάτσω, έχω δουλειές.»
Δεν άντεξα.
«Μαμά, γιατί δεν είσαι ποτέ εδώ όταν σε χρειάζομαι; Γιατί νιώθω ότι είμαι μόνη μου σε όλα;»
Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι της λέω.
«Μα τι λες τώρα; Όλοι έχουμε τις δυσκολίες μας. Κι εγώ μόνη μεγάλωσα εσένα και την αδερφή σου.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου.
«Δεν είναι το ίδιο! Εγώ σε έχω ανάγκη! Το παιδί σε έχει ανάγκη!»
Έφυγε χωρίς να πει τίποτα άλλο. Από εκείνη τη μέρα οι σχέσεις μας πάγωσαν ακόμα περισσότερο.
Οι μέρες περνούσαν ίδιες και απαράλλαχτες. Ξύπνημα στις 6:30 για να ετοιμάσω τον Γιάννη για το σχολείο, δουλειές του σπιτιού, ψώνια στη λαϊκή της Τρίτης, λίγες ώρες δουλειάς από το σπίτι – μεταφράσεις για ένα γραφείο στο Κολωνάκι – και μετά ξανά σπίτι, μαγείρεμα, διάβασμα με το παιδί.
Κάποιες φορές περπατούσα μέχρι την πλατεία Αμερικής μόνο και μόνο για να δω κόσμο, να νιώσω ότι ανήκω κάπου. Έβλεπα άλλες μαμάδες με τις γιαγιάδες τους δίπλα – γελούσαν, μιλούσαν δυνατά στα παγκάκια. Εγώ πάντα μόνη.
Η αδερφή μου η Κατερίνα ζει στη Θεσσαλονίκη. Μιλάμε συχνά στο τηλέφωνο αλλά πάντα νιώθω πως δεν καταλαβαίνει πραγματικά τι περνάω.
«Έλα μωρέ Μαρία, όλοι μόνοι μας είμαστε τελικά», μου λέει συχνά.
Αλλά εγώ δεν θέλω να είμαι μόνη. Θέλω να νιώσω ότι ανήκω κάπου – ότι κάποιος νοιάζεται πραγματικά για μένα και το παιδί μου.
Μια μέρα αποφάσισα να μιλήσω στον Σταύρο.
«Σταύρο, νιώθω ότι πνίγομαι εδώ μέσα. Δεν αντέχω άλλο αυτή τη μοναξιά.»
Με κοίταξε κουρασμένος.
«Τι θες να κάνω δηλαδή; Να παρατήσω τη δουλειά;»
«Όχι… Απλά θέλω να προσπαθήσεις λίγο παραπάνω. Να είσαι εδώ όταν σε χρειάζομαι.»
Δεν απάντησε. Έβαλε το σακάκι του και έφυγε για τη δουλειά.
Το ίδιο βράδυ ξέσπασα σε κλάματα μπροστά στον Γιάννη. Εκείνος με αγκάλιασε σφιχτά.
«Μην κλαις μαμά… Εγώ είμαι εδώ.»
Αυτή η μικρή φράση με τσάκισε και με λύτρωσε ταυτόχρονα.
Άρχισα να ψάχνω τρόπους να βρω στήριξη αλλού. Πήγα σε μια ομάδα γονέων στον δήμο – εκεί γνώρισα τη Βασιλική και τη Σοφία. Μιλήσαμε για τις δυσκολίες μας, γελάσαμε με τα στραβά της καθημερινότητας. Για πρώτη φορά ένιωσα ότι κάποιος με καταλαβαίνει πραγματικά.
Σιγά-σιγά άρχισα να χτίζω μια μικρή κοινότητα γύρω μου – όχι συγγενείς εξ αίματος αλλά ανθρώπους που διάλεξα εγώ για οικογένεια.
Η σχέση με τους γονείς μου παραμένει ψυχρή. Πλέον δεν περιμένω τίποτα από αυτούς – ούτε βοήθεια ούτε κατανόηση. Έμαθα όμως ότι η οικογένεια δεν είναι πάντα αυτοί που σε γέννησαν αλλά αυτοί που στέκονται δίπλα σου όταν όλα γκρεμίζονται.
Κοιτάζοντας πίσω αναρωτιέμαι: Πόσοι από εμάς ζούμε έτσι – μόνοι ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους; Πόσο δύσκολο είναι τελικά να ζητήσεις βοήθεια στην Ελλάδα του σήμερα; Θα καταφέρουμε ποτέ να σπάσουμε τα τείχη που χτίσαμε γύρω μας;