«Δεν είμαι αρκετή;» – Η κόρη μου με κατηγορεί για την έλλειψη οικονομικής στήριξης και νιώθω να πνίγομαι στη δική μου ενοχή
«Μαμά, γιατί δεν μπορείς να με βοηθήσεις όπως οι γονείς του Νίκου;» Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου, γεμάτη παράπονο και θυμό. Ήταν ένα βράδυ του Μαρτίου, όταν το τηλέφωνο χτύπησε και η κόρη μου ξέσπασε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συγκρινόμουν με τους πεθερούς της, αλλά εκείνο το βράδυ ένιωσα να διαλύομαι.
«Ελένη μου, ξέρεις πως αν μπορούσα…» ψιθύρισα, αλλά η φωνή μου χάθηκε μέσα στα δάκρυα που πάλευα να συγκρατήσω. «Δεν είναι θέμα θέλησης, είναι θέμα δυνατοτήτων.»
«Όλοι βοηθάνε τα παιδιά τους! Εσύ γιατί όχι;» επέμεινε. «Οι γονείς του Νίκου μας έδωσαν χρήματα για το σπίτι, μας πληρώνουν τα κοινόχρηστα, μας φέρνουν ψώνια. Εσύ; Μόνο μια φορά το μήνα μας φέρνεις λίγο λάδι από το χωριό!»
Έμεινα σιωπηλή. Τι να της πω; Ότι η σύνταξή μου μόλις φτάνει για τα φάρμακα και το νοίκι; Ότι κάθε μήνα μετράω τα κέρματα για να πάρω λίγο τυρί ή να πληρώσω τη ΔΕΗ; Πώς να της εξηγήσω ότι έγινα μητέρα στα 45, όταν οι περισσότερες γυναίκες είχαν ήδη εγγόνια, και τώρα στα 68 νιώθω πιο μόνη από ποτέ;
Η Ελένη ήταν το θαύμα της ζωής μου. Μετά από χρόνια αποτυχημένων προσπαθειών και απογοητεύσεων, ήρθε στον κόσμο σαν δώρο. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που την κράτησα πρώτη φορά στην αγκαλιά μου στο μαιευτήριο της Αθήνας. Ο γιατρός με κοίταξε με κατανόηση: «Είσαι γενναία», μου είπε. Δεν ήξερε όμως πόσο δύσκολο θα ήταν το ταξίδι μετά.
Ο άντρας μου, ο Γιάννης, έφυγε νωρίς. Έμεινα μόνη με ένα παιδί και μια δουλειά στο δημόσιο που δεν έφτανε ποτέ για όλα. Έκανα ό,τι μπορούσα: διάβαζα την Ελένη τα βράδια, της έραβα ρούχα από παλιά υφάσματα, της έφτιαχνα γλυκά για να χαμογελάει. Δεν είχαμε πολλά, αλλά είχαμε ο ένας τον άλλον.
Όταν πέρασε στο Πανεπιστήμιο Πατρών, έκλαψα από χαρά και φόβο μαζί. Πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Έπιασα δεύτερη δουλειά σε ένα φροντιστήριο για να μπορώ να της στέλνω λίγα χρήματα κάθε μήνα. Θυμάμαι ακόμα τα γράμματά της: «Μαμά, σ’ αγαπώ! Μου λείπεις!»
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα. Η Ελένη γνώρισε τον Νίκο σε μια εκδρομή στην Αράχωβα. Καλό παιδί, από οικογένεια με λεφτά – ο πατέρας του εργολάβος, η μητέρα του καθηγήτρια. Όταν παντρεύτηκαν, ένιωσα περήφανη αλλά και λίγη ζήλια: οι πεθεροί της αγόρασαν διαμέρισμα στο Χαλάνδρι για το ζευγάρι, τους πήραν αυτοκίνητο. Εγώ απλώς έπλεξα μια κουβέρτα για το νέο τους σπίτι.
Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά. Η Ελένη ερχόταν συχνά στο σπίτι μου στην Κυψέλη, μαγειρεύαμε μαζί, γελούσαμε. Όμως σιγά σιγά άρχισε να απομακρύνεται. Κάθε φορά που είχε οικονομικές δυσκολίες –και ποιος δεν έχει στην Ελλάδα σήμερα;– θυμόταν ότι εγώ δεν μπορώ να βοηθήσω όπως οι άλλοι.
«Μαμά, ο μικρός χρειάζεται καινούρια παπούτσια. Δεν μπορείς να βοηθήσεις;»
«Ελένη μου, έχω μόνο αυτά τα λίγα…»
«Άστο τότε.» Η απογοήτευση στη φωνή της με τσάκιζε.
Στις γιορτές πήγα στο σπίτι τους με ένα κουτί μελομακάρονα και λίγο λάδι από το χωριό. Η πεθερά της είχε φέρει δώρα για όλους – ακριβά παιχνίδια για τον εγγονό μου, ρούχα για την Ελένη. Εγώ καθόμουν στη γωνία και ένιωθα αόρατη.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καυγά στο τηλέφωνο, ξέσπασα μπροστά στον καθρέφτη: «Είμαι τόσο κακή μάνα; Γιατί δεν μπορώ να της δώσω όσα θέλει;»
Την επόμενη μέρα πήγα στην αγορά και αγόρασα με τα τελευταία μου χρήματα ένα μικρό δώρο για τον εγγονό μου – ένα βιβλίο με παραμύθια. Όταν το έδωσα στην Ελένη, εκείνη χαμογέλασε αμήχανα.
«Ευχαριστώ μαμά… αλλά ξέρεις… ο μικρός ήθελε κάτι άλλο.»
Γύρισα σπίτι και ξέσπασα σε κλάματα. Θυμήθηκα τη μάνα μου που μεγάλωσε έξι παιδιά στα χρόνια της Κατοχής με ψωμί και ελιές. Εκείνη ποτέ δεν παραπονέθηκε ότι δεν είχε να μας δώσει περισσότερα – μας έδινε αγάπη.
Μια μέρα συνάντησα τυχαία τη γειτόνισσά μου τη Μαρία στο μπακάλικο.
«Τι έχεις, Βασιλική; Σαν χαμένη φαίνεσαι.»
Της τα είπα όλα. Εκείνη με κοίταξε στα μάτια: «Μην αφήνεις κανέναν να σου πει ότι δεν είσαι αρκετή. Τα παιδιά σήμερα έχουν μάθει αλλιώς… Αλλά η αγάπη σου αξίζει περισσότερο από τα λεφτά.»
Γύρισα σπίτι σκεπτική. Μήπως τελικά φταίει η κοινωνία μας που τα μετράει όλα σε ευρώ; Μήπως κι εγώ έκανα λάθος που άφησα την Ελένη να πιστεύει ότι η ευτυχία αγοράζεται;
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να μιλήσω στην Ελένη πιο ανοιχτά.
«Κόρη μου,» της είπα ένα απόγευμα που ήρθε για καφέ, «ξέρω ότι περνάτε δύσκολα. Αλλά θέλω να ξέρεις πως ό,τι έχω είναι δικό σου – κι ας είναι μόνο μια αγκαλιά ή ένα πιάτο φαΐ.»
Με κοίταξε διστακτικά.
«Ξέρω μαμά… Απλώς… νιώθω άσχημα όταν βλέπω τι κάνουν οι άλλοι γονείς.»
«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, Ελένη μου. Κι εγώ θα ήθελα να σου προσφέρω τον κόσμο όλο… αλλά έχω μόνο την αγάπη μου.»
Έφυγε χωρίς να πει πολλά. Από τότε οι σχέσεις μας είναι ψυχρές – μιλάμε τυπικά στο τηλέφωνο, βλέπω τον εγγονό μου σπάνια.
Κάποιες νύχτες ξαγρυπνώ αναρωτώμενη: Μήπως απέτυχα ως μάνα επειδή δεν είχα χρήματα; Ή μήπως απέτυχα επειδή δεν κατάφερα να της μάθω τι αξίζει πραγματικά στη ζωή;
Αλήθεια… Πόσο αξίζει η αγάπη μιας μάνας στην Ελλάδα του σήμερα; Και πόσο εύκολο είναι να ξεχάσουμε τις θυσίες όταν όλα γύρω μας μετριούνται σε ευρώ;