«Δεν αντέχω άλλο να μαγειρεύω κάθε μέρα από την αρχή – Η ιστορία μου με τον Νίκο»
«Μαρία, πάλι ζέσταμα θα φάμε;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί στην κουζίνα, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση ειρωνείας. Κοιτάζω το ρολόι: 19:15. Έχω μόλις γυρίσει από τη δουλειά, τα πόδια μου πονάνε, τα χέρια μου τρέμουν από την κούραση, και το μόνο που θέλω είναι να κάτσω για πέντε λεπτά στον καναπέ. Αλλά ο Νίκος στέκεται μπροστά στο ψυγείο, κοιτάζοντας το ταψί με το παστίτσιο που έφτιαξα χθες.
«Δεν μπορώ άλλο τα ίδια και τα ίδια, Μαρία. Θέλω κάτι φρέσκο. Δεν είναι σωστό να τρώμε φαγητό από χθες», συνεχίζει, χωρίς να με κοιτάζει καν στα μάτια. Νιώθω το στομάχι μου να σφίγγεται. Πόσες φορές να του εξηγήσω ότι δεν προλαβαίνω; Ότι δεν είμαι ρομπότ; Ότι δουλεύω οκτώ ώρες, τρέχω στο σούπερ μάρκετ, μαγειρεύω, καθαρίζω, και στο τέλος της ημέρας δεν έχω κουράγιο ούτε να μιλήσω;
«Νίκο, δεν γίνεται κάθε μέρα να μαγειρεύω από την αρχή. Δεν είμαι η μάνα σου, ούτε έχω βοηθό στο σπίτι», του λέω, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Εκείνος σηκώνει τους ώμους. «Η μάνα μου πάντα μας είχε φρέσκο φαγητό. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο δύσκολο.»
Αυτή η φράση με διαλύει. Η μάνα του, η κυρία Ελένη, που ακόμα και τώρα, στα 65 της, μαγειρεύει κάθε μέρα για τον πεθερό μου και για όποιον περάσει το κατώφλι τους. Πόσες φορές έχω ακούσει ιστορίες για τα γεμιστά της, για το φρέσκο ψάρι που έφερνε ο πεθερός μου από τη λαϊκή, για τα γλυκά που μοσχοβολούσαν το σπίτι; Κι εγώ; Εγώ είμαι απλώς η Μαρία, που δουλεύει γραμματέας σε μια μικρή εταιρεία, που προσπαθεί να τα προλάβει όλα και πάντα νιώθει ότι αποτυγχάνει.
«Αν δεν σου αρέσει, φτιάξε κάτι μόνος σου», του πετάω, ξέροντας ότι δεν θα το κάνει ποτέ. Ο Νίκος δεν έχει μπει ποτέ στην κουζίνα για κάτι παραπάνω από να φτιάξει καφέ. Η κουζίνα είναι «γυναικεία υπόθεση», όπως λέει και η μάνα του.
Το βράδυ, ξαπλώνω στο κρεβάτι και σκέφτομαι τη ζωή μου. Πώς έφτασα εδώ; Πότε σταμάτησα να ονειρεύομαι; Θυμάμαι τον εαυτό μου φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, να γελάω με τις φίλες μου, να μιλάμε για ταξίδια, για καριέρα, για έρωτες. Τώρα, το μόνο που με απασχολεί είναι τι θα μαγειρέψω αύριο, αν θα προλάβω να βάλω πλυντήριο, αν θα θυμηθώ να πάρω ψωμί γυρνώντας από τη δουλειά.
Το πρωί, ξυπνάω πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Ο Νίκος ροχαλίζει δίπλα μου. Σηκώνομαι αθόρυβα, φοράω τη ρόμπα μου και πάω στην κουζίνα. Βάζω νερό για καφέ και σκέφτομαι τι θα μπορούσα να μαγειρέψω που να μην χρειάζεται πολύ χρόνο. Αυγά μάτια με πατάτες; Μακαρόνια με σάλτσα; Κάτι γρήγορο, κάτι που να μοιάζει φρέσκο.
Στη δουλειά, η Ελένη, η συνάδελφός μου, με ρωτάει πώς τα πάω. «Δεν αντέχω άλλο, Ελένη. Νιώθω ότι ζω για να μαγειρεύω. Ο Νίκος δεν τρώει τίποτα αν δεν είναι φρέσκο. Κάθε μέρα τα ίδια. Δεν μπορώ να πάρω ανάσα.» Εκείνη με κοιτάζει με κατανόηση. «Μαρία, πρέπει να του μιλήσεις σοβαρά. Δεν γίνεται να συνεχίσεις έτσι. Θα αρρωστήσεις.»
Το βράδυ, όταν ο Νίκος γυρίζει σπίτι, τον περιμένω στην κουζίνα. Έχω μαγειρέψει κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο – το αγαπημένο του. Κάθομαι απέναντί του και τον κοιτάζω στα μάτια. «Νίκο, πρέπει να μιλήσουμε.» Εκείνος σηκώνει το βλέμμα του από το πιάτο. «Τι έγινε πάλι;»
«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ρουτίνα. Δεν μπορώ να μαγειρεύω κάθε μέρα από την αρχή. Είμαι κουρασμένη, νιώθω ότι δεν ζω για μένα. Θέλω να σεβαστείς ότι δουλεύω κι εγώ, ότι έχω ανάγκη για ξεκούραση. Δεν είμαι η μάνα σου, είμαι η γυναίκα σου.»
Ο Νίκος με κοιτάζει σιωπηλός. Για πρώτη φορά φαίνεται να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. «Δεν το είχα σκεφτεί έτσι», μου λέει χαμηλόφωνα. «Απλώς έτσι μεγάλωσα. Η μάνα μου πάντα…»
«Δεν είμαι η μάνα σου, Νίκο. Και δεν θέλω να γίνω. Θέλω να είμαι η Μαρία που ερωτεύτηκες, όχι μια σκιά που τρέχει όλη μέρα για να σε εξυπηρετεί.»
Η συζήτηση αυτή δεν τελειώνει εκεί. Τις επόμενες μέρες, ο Νίκος προσπαθεί να βοηθήσει – φέρνει ψωμί, στρώνει το τραπέζι, ακόμα και πλένει τα πιάτα μερικές φορές. Αλλά η συνήθεια είναι δύσκολο να αλλάξει. Κάθε τόσο, πετάει κάποιο σχόλιο για το φαγητό που δεν είναι «όπως της μάνας του». Κι εγώ νιώθω ότι παλεύω με φαντάσματα – όχι μόνο τα δικά του, αλλά και τα δικά μου.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά για το φαγητό, παίρνω τηλέφωνο τη μητέρα μου στη Λάρισα. «Μαμά, νιώθω ότι δεν αντέχω άλλο. Ο Νίκος δεν καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι. Μήπως φταίω εγώ;»
Η φωνή της μαμάς μου είναι γλυκιά, αλλά σταθερή. «Μαρία μου, πρέπει να βάλεις τα όριά σου. Αν δεν το κάνεις εσύ, κανείς δεν θα το κάνει για σένα. Ο γάμος θέλει συμβιβασμούς, αλλά όχι να χάνεις τον εαυτό σου.»
Αυτή η φράση με στοιχειώνει. Πόσες φορές έχω αφήσει τον εαυτό μου πίσω για να μην χαλάσω την ηρεμία του σπιτιού; Πόσες φορές έχω καταπιεί τα λόγια μου, τα νεύρα μου, την κούρασή μου;
Την επόμενη μέρα, αποφασίζω να κάνω κάτι διαφορετικό. Δεν μαγειρεύω τίποτα. Αφήνω τον Νίκο να δει τι σημαίνει να μην υπάρχει φαγητό έτοιμο στο σπίτι. Όταν γυρίζει, με κοιτάζει απορημένος. «Τι θα φάμε;»
«Δεν πρόλαβα σήμερα. Αν θες, μπορούμε να παραγγείλουμε ή να φτιάξεις κάτι εσύ», του λέω ήρεμα. Ο Νίκος κάθεται σιωπηλός για λίγα λεπτά και μετά λέει: «Εντάξει, ας παραγγείλουμε.»
Αυτή η μικρή αλλαγή είναι μια αρχή. Δεν ξέρω αν θα αλλάξει κάτι ουσιαστικά, αλλά νιώθω ότι για πρώτη φορά παίρνω πίσω ένα κομμάτι από τον εαυτό μου.
Σκέφτομαι όλες τις γυναίκες που γνωρίζω – τη μάνα μου, τη μάνα του Νίκου, τις φίλες μου – και αναρωτιέμαι πόσες από εμάς ζούμε έτσι, εγκλωβισμένες σε ρόλους που δεν διαλέξαμε ποτέ πραγματικά. Πόσες από εμάς έχουμε ξεχάσει τι μας αρέσει, τι μας κάνει χαρούμενες;
Κοιτάζω τον Νίκο που τρώει πίτσα στον καναπέ και σκέφτομαι: Μήπως ήρθε η ώρα να διεκδικήσω τη ζωή που θέλω; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;