«Η Κόρη Μας Έχει Αλλάξει Εντελώς Από Τον Γαμπρό Μας: Δεν Ήρθε Ούτε Στα Γενέθλια Του Πατέρα Της» – Μια Εξομολόγηση Που Πονάει
«Δεν θα έρθω, μαμά. Σε παρακαλώ, μην το κάνεις πιο δύσκολο.»
Η φωνή της Μαρίας μου ήρθε από το τηλέφωνο σαν μαχαίρι. Ήταν η τρίτη φορά που της τηλεφωνούσα εκείνο το απόγευμα, παραμονή των εξηκοστών γενεθλίων του άντρα μου, του Κώστα. Η φωνή της ήταν ψυχρή, σχεδόν ξένη. Πού πήγε το κορίτσι μου; Πού πήγε η Μαρία που γελούσε με τις ώρες στην κουζίνα, που μου έλεγε τα πάντα;
«Μαρία, σε παρακαλώ, ο πατέρας σου σε περιμένει. Δεν το καταλαβαίνεις; Είναι σημαντική μέρα για εκείνον!»
Σιωπή. Άκουσα μόνο μια βαριά ανάσα από την άλλη άκρη της γραμμής. Ήξερα ότι ο Δημήτρης, ο άντρας της, ήταν εκεί. Πάντα εκεί, πάντα να ακούει, πάντα να ελέγχει. Από τότε που παντρεύτηκαν, η Μαρία άλλαξε. Δεν γελούσε πια όπως παλιά, δεν ερχόταν συχνά στο σπίτι, δεν μας έπαιρνε τηλέφωνο χωρίς να είναι εκείνος μπροστά.
«Δεν μπορώ, μαμά. Ο Δημήτρης δεν νιώθει άνετα με τέτοιες μαζώξεις. Κι εγώ…»
«Εσύ τι; Εσύ δεν θέλεις να δεις τον πατέρα σου;»
Άλλη μια σιωπή. Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Ο Κώστας μπήκε στο δωμάτιο, με κοίταξε και κατάλαβε αμέσως. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτα. Έκατσε δίπλα μου και μου έπιασε το χέρι.
«Άστη, Ελένη. Είναι μεγάλη πια. Έχει τη ζωή της.»
«Όχι, Κώστα! Δεν είναι αυτό! Δεν είναι η Μαρία μας αυτή! Ο Δημήτρης την έχει αλλάξει. Δεν τη βλέπεις; Δεν το νιώθεις;»
Ο Κώστας χαμήλωσε το βλέμμα. Ήξερα πως κι εκείνος πονούσε, αλλά δεν ήθελε να το δείξει. Πάντα ήθελε να κρατάει τις ισορροπίες. Πάντα έλεγε «μην κάνεις φασαρία, θα γυρίσει». Αλλά η Μαρία δεν γυρνούσε. Κάθε φορά που προσπαθούσα να της μιλήσω, εκείνη απομακρυνόταν περισσότερο.
Θυμάμαι όταν γνώρισε τον Δημήτρη. Ήταν ένα ήσυχο παιδί, από καλή οικογένεια, με δουλειά στο δημόσιο. Στην αρχή, χάρηκα. Είπα, «να ένας άντρας που θα την προσέχει». Αλλά όσο περνούσε ο καιρός, έβλεπα τη Μαρία να μαζεύεται, να μην μιλάει, να μην γελάει. Όταν της το είπα, θύμωσε.
«Μαμά, μην ανακατεύεσαι στη ζωή μου. Ο Δημήτρης με αγαπάει. Απλώς είναι λίγο πιο κλειστός άνθρωπος.»
Δεν ήθελα να φανώ η κακιά πεθερά. Προσπάθησα να τον πλησιάσω, να τον καλέσω στο σπίτι, να του δείξω ότι τον αποδεχόμαστε. Εκείνος πάντα ευγενικός, αλλά ψυχρός. Ποτέ δεν έμεινε παραπάνω από όσο έπρεπε, ποτέ δεν άνοιξε κουβέντα για κάτι προσωπικό. Η Μαρία, κάθε φορά που έφευγαν, με αγκάλιαζε βιαστικά και έφευγε με σκυμμένο το κεφάλι.
Τα χρόνια πέρασαν. Η Μαρία έμεινε έγκυος. Χάρηκα τόσο πολύ! Περίμενα πως τώρα, με το παιδί, θα ξαναδεθούμε. Αλλά ο Δημήτρης δεν ήθελε να ερχόμαστε συχνά. «Το παιδί χρειάζεται ηρεμία», έλεγε. «Να μην το ταράζουμε με πολλές επισκέψεις». Η Μαρία συμφωνούσε μαζί του. Ή έτσι έλεγε τουλάχιστον.
Κάθε φορά που της τηλεφωνούσα, ο Δημήτρης ήταν κάπου εκεί κοντά. Μια φορά, άκουσα τη φωνή του στο βάθος: «Πάλι η μάνα σου; Πες της ότι έχουμε δουλειές». Η Μαρία χαμήλωσε τη φωνή της και μου είπε: «Μαμά, πρέπει να κλείσω». Ένιωσα σαν να με μαχαίρωσαν.
Οι φίλες μου λένε: «Τι περίμενες; Παντρεύτηκε, έχει τη δική της οικογένεια τώρα». Αλλά εγώ ξέρω το παιδί μου. Η Μαρία δεν ήταν ποτέ έτσι. Πάντα ήθελε να είναι κοντά μας, πάντα μας έλεγε τα πάντα. Τώρα, τίποτα. Μόνο σιωπή και αποστάσεις.
Την τελευταία φορά που τη συνάντησα, ήταν στο σούπερ μάρκετ. Ήταν με τον μικρό, τον Νικόλα, και φαινόταν κουρασμένη, σχεδόν χαμένη. Την πλησίασα, την αγκάλιασα. Εκείνη κοίταξε γύρω της, σαν να φοβόταν μήπως τη δει κάποιος.
«Μαρία, τι έχεις; Είσαι καλά;»
«Καλά είμαι, μαμά. Μην ανησυχείς.»
«Δεν σε βλέπω καλά. Θέλεις να έρθεις σπίτι να μιλήσουμε;»
Κοίταξε το ρολόι της. «Δεν μπορώ, μαμά. Ο Δημήτρης με περιμένει.»
Την κοίταξα στα μάτια. Ήταν γεμάτα θλίψη. Ήθελα να της πω να φύγει, να έρθει σπίτι, να μείνει μαζί μας. Αλλά δεν το είπα. Φοβήθηκα μήπως τη χάσω τελείως.
Το βράδυ των γενεθλίων του Κώστα, το σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο. Όλοι ρωτούσαν για τη Μαρία. «Πού είναι η κόρη σας;» «Γιατί δεν ήρθε;» Ένιωθα τα βλέμματα πάνω μου, γεμάτα απορία και λύπηση. Ο Κώστας προσπαθούσε να χαμογελάσει, αλλά τα μάτια του ήταν υγρά.
Μετά το γλέντι, κάθισα μόνη στην κουζίνα. Κοίταξα τις παλιές φωτογραφίες της Μαρίας, τότε που ήταν μικρή, τότε που γελούσε χωρίς φόβο. Πού πήγε αυτό το παιδί; Πώς αφήσαμε να μας την πάρει ένας άνθρωπος που δεν την αγαπάει όπως της αξίζει;
Την επόμενη μέρα, πήρα τηλέφωνο τη Μαρία ξανά. Ήθελα να της πω πόσο μας έλειψε, πόσο πονέσαμε που δεν ήταν μαζί μας.
«Μαρία, σε παρακαλώ, πες μου την αλήθεια. Είσαι ευτυχισμένη;»
Άκουσα ένα λυγμό από την άλλη άκρη της γραμμής. «Μαμά… δεν ξέρω πια τι νιώθω.»
Έκλαψα μαζί της. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα ότι το παιδί μου ήταν ακόμα εκεί, κάπου βαθιά μέσα της. Αλλά φοβόταν. Φοβόταν να μιλήσει, να ζητήσει βοήθεια, να παραδεχτεί ότι δεν είναι ευτυχισμένη.
Ο Κώστας μου είπε να μην ανακατεύομαι άλλο. «Θα βρει τον δρόμο της», είπε. Αλλά εγώ δεν μπορώ να κάθομαι με σταυρωμένα χέρια. Είναι το παιδί μου! Πώς να το αφήσω να πνίγεται;
Σκέφτομαι κάθε μέρα τι θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Μήπως φταίω εγώ; Μήπως την πίεσα πολύ; Μήπως έπρεπε να μιλήσω νωρίτερα, να της πω να μην παντρευτεί τον Δημήτρη; Ή μήπως πρέπει να κάνω υπομονή και να περιμένω;
Αν ήσασταν στη θέση μου, τι θα κάνατε; Θα αφήνατε το παιδί σας να χαθεί ή θα παλεύατε μέχρι τέλους; Μήπως τελικά η αγάπη της μάνας είναι και κατάρα και ευλογία μαζί;