«Δεν Περίμενα Ποτέ Ότι Οι Οικογενειακές Επισκέψεις Θα Ήταν Τόσο Εξαντλητικές. Δεν Θέλω Να Έρχονται Πια, Ειδικά Ο Ανιψιός Μου»
«Μάνα, γιατί δεν βάζεις λίγο ακόμα φαγητό; Ο Πέτρος πεινάει!» Η φωνή της αδερφής μου, της Ελένης, αντηχεί στο μικρό σαλόνι, ενώ ο ανιψιός μου, ο Πέτρος, κάθεται ήδη με το πιρούνι στο χέρι, τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου σαν να είμαι υπεύθυνη για την πείνα όλου του κόσμου.
Σφίγγω τα χείλη μου και σκύβω το κεφάλι. Το τραπέζι είναι στρωμένο με ό,τι κατάφερα να μαγειρέψω σήμερα: φασολάδα, λίγο τυρί, ελιές και ψωμί που έψησα μόνη μου τα ξημερώματα. Η Ελένη δεν καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να τα προλάβω όλα μόνη μου. Από τότε που έφυγε ο Μανώλης, ο άντρας μου, το σπίτι αυτό έγινε βαρύ φορτίο. Κάθε γωνιά του γεμάτη αναμνήσεις και δουλειές που δεν τελειώνουν ποτέ.
«Μαμά, το παιδί μεγαλώνει, έχει ανάγκες», συνεχίζει η Ελένη, χωρίς να σηκώνει το βλέμμα της από το κινητό της. Ο Πέτρος, δεκατεσσάρων χρονών πια, δεν σηκώνει καν το κεφάλι να με κοιτάξει. Μόνο τρώει, γρήγορα και άτσαλα, σκορπίζοντας ψίχουλα παντού.
«Ελένη, κάνω ό,τι μπορώ. Δεν είμαι πια νέα», ψιθυρίζω, αλλά κανείς δεν ακούει. Η φωνή μου χάνεται ανάμεσα στα πιάτα και στα παράπονα. Από το παράθυρο βλέπω το κοτέτσι. Οι κότες περιμένουν να τις ταΐσω. Το πηγάδι θέλει νερό. Η αυλή είναι γεμάτη φύλλα. Κι όμως, όταν έρχονται οι δικοί μου, πρέπει να τα έχω όλα στην εντέλεια. Να κατεβάσω τα καλά πιάτα από το υπόγειο, να ξεσκονίσω τα πάντα, να ανάψω τη σόμπα για να μη κρυώσουν.
«Γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις στην Αθήνα; Να μην παιδεύεσαι εδώ πέρα μόνη σου;» με ρωτάει η Ελένη κάθε φορά. Κι εγώ κάθε φορά βρίσκω μια δικαιολογία. Δεν μπορώ να αφήσω το σπίτι μας, το χώμα που δούλεψε ο Μανώλης, τα ζώα που με κρατούν ζωντανή. Αλλά δεν της το λέω ποτέ έτσι. Φοβάμαι πως θα ακουστεί σαν κατηγορία.
«Εδώ μεγάλωσα, εδώ θα μείνω», απαντώ πάντα. Μα μέσα μου ξέρω πως δεν είναι μόνο η αγάπη για τον τόπο. Είναι και ο φόβος. Φόβος για την πόλη, για τη μοναξιά μέσα στο πλήθος, για το άγνωστο.
Το απόγευμα, όταν φεύγουν, μένω μόνη με το χάος. Τα πιάτα στοιβαγμένα, το πάτωμα γεμάτο πατημασιές, η αυλή άθικτη. Ο Πέτρος έχει αφήσει τα παπούτσια του στη μέση του διαδρόμου. Η Ελένη δεν είπε ούτε ένα «ευχαριστώ». Μόνο βιαστικά φιλιά στον αέρα και «θα τα πούμε». Ξέρω πως θα περάσουν μήνες μέχρι να ξαναέρθουν.
Κάθομαι στην παλιά πολυθρόνα του Μανώλη και νιώθω τα μάτια μου να καίνε. Δεν είναι μόνο η κούραση. Είναι η απογοήτευση. Κάποτε περίμενα αυτές τις επισκέψεις με λαχτάρα. Τώρα τις φοβάμαι. Κάθε φορά νιώθω λιγότερο μέλος της οικογένειας και περισσότερο υπηρέτρια.
Θυμάμαι τότε που ήμουν μικρή, στο ίδιο αυτό σπίτι. Η μάνα μου έλεγε πάντα: «Η οικογένεια είναι ευλογία και κατάρα μαζί». Τότε γελούσα. Τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε.
Το βράδυ, όταν όλα ησυχάζουν, ακούω μόνο το τικ-τακ του ρολογιού και το τρίξιμο της σόμπας. Σκέφτομαι τον Πέτρο. Πώς έγινε έτσι απότομος; Πότε πρόλαβε να μεγαλώσει τόσο; Θυμάμαι που τον κρατούσα αγκαλιά μωρό και γελούσε με τα τραγούδια μου. Τώρα ούτε που με κοιτάζει.
Την επόμενη μέρα, σηκώνομαι νωρίς. Πρέπει να μαζέψω τα αυγά, να καθαρίσω την αυλή, να φέρω νερό από το πηγάδι. Κάθε βήμα με πονάει. Τα γόνατά μου τρίζουν. Σκέφτομαι πως αν πέσω, κανείς δεν θα το μάθει για ώρες. Η Ελένη θα πάρει τηλέφωνο μόνο αν θέλει κάτι.
Το μεσημέρι χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο αδερφός μου, ο Γιώργος. «Μάνα, θα περάσω αύριο με τη Μαρία και τα παιδιά. Να έχεις τίποτα έτοιμο;» Δεν ρωτάει αν μπορώ. Απλώς το ανακοινώνει. Σκέφτομαι να πω όχι. Να πω πως δεν αντέχω άλλο. Αλλά η φωνή μου πάλι δεν βγαίνει.
Το βράδυ, κάθομαι στο τραπέζι μόνη. Ανοίγω το παλιό άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Ο Μανώλης χαμογελάει σε κάθε σελίδα. Τα παιδιά μικρά, γεμάτα ζωή. Τώρα όλοι τρέχουν, όλοι βιάζονται. Κανείς δεν κάθεται να ακούσει. Κανείς δεν ρωτάει πώς είμαι στ’ αλήθεια.
Την επόμενη μέρα, πριν έρθει ο Γιώργος, κατεβαίνω στο υπόγειο να βγάλω τα καλά πιάτα. Το φως τρεμοπαίζει. Σκοντάφτω σε ένα παλιό κουτί. Μέσα βρίσκω γράμματα του Μανώλη από τότε που ήταν φαντάρος. Τα διαβάζω ξανά και ξανά. «Να προσέχεις το σπίτι μας», γράφει. «Να κρατάς την οικογένεια ενωμένη». Πόσο δύσκολο είναι αυτό τώρα…
Ο Γιώργος έρχεται με τη Μαρία και τα παιδιά. Η Μαρία γκρινιάζει για τη σκόνη. Τα παιδιά τρέχουν παντού, φωνάζουν, σπάνε ένα ποτήρι. Ο Γιώργος κάθεται στον καναπέ και ανοίγει την τηλεόραση. «Έχεις τίποτα να φάμε;» ρωτάει. Δεν βλέπει τα χέρια μου που τρέμουν.
Το βράδυ, όταν φεύγουν, μένω πάλι μόνη. Το σπίτι μυρίζει ξένο. Τα παιδιά άφησαν παιχνίδια παντού. Η Μαρία ξέχασε το φουλάρι της. Ο Γιώργος δεν είπε ούτε ένα «ευχαριστώ».
Κάθομαι στην αυλή, κοιτάζω τα αστέρια και σκέφτομαι: Γιατί οι οικογενειακές επισκέψεις με κάνουν να νιώθω τόσο μόνη; Γιατί κανείς δεν βλέπει την κούρασή μου; Μήπως φταίω εγώ που δεν μιλάω; Ή μήπως έτσι είναι οι οικογένειες στην Ελλάδα σήμερα; Όλοι τρέχουν, όλοι ζητούν, κανείς δεν δίνει.
Κάθε φορά που ακούω αυτοκίνητο να πλησιάζει, η καρδιά μου σφίγγεται. Δεν χαίρομαι πια. Φοβάμαι. Φοβάμαι πως θα πρέπει πάλι να γίνω η μάνα, η γιαγιά, η υπηρέτρια. Κανείς δεν βλέπει τη γυναίκα που κρύβεται πίσω από όλα αυτά.
Μήπως τελικά η μοναξιά είναι πιο εύκολη; Μήπως πρέπει να μάθω να λέω όχι; Ή μήπως υπάρχει ακόμα ελπίδα να αλλάξει κάτι; Τι λέτε εσείς; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι;