«Γιατί, μάνα, δεν με δέχεσαι;» – Μια ιστορία για τη μητρότητα, την απόρριψη και την ελπίδα στην Ελλάδα του σήμερα

«Μαμά, σε παρακαλώ, δεν μπορώ άλλο. Βοήθησέ με…»

Η φωνή μου έσπασε, σχεδόν ψιθυριστή, καθώς στεκόμουν μπροστά στη μητέρα μου στην κουζίνα του παλιού μας διαμερίσματος στη Νίκαια. Ο μικρός μου, ο Κώστας, κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, κουλουριασμένος με το αρκουδάκι του. Η μάνα μου, η κυρά-Ελένη, με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή, ανεπαρκής.

«Σου το είπα, Μαρία. Το παιδί είναι βάρος. Εσύ ήσουν πάντα αδύναμη. Πώς θα τα βγάλεις πέρα;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Πόσες φορές να το αντέξω αυτό; Από τότε που ο πατέρας μας έφυγε για το χωριό και δεν ξαναγύρισε, η μάνα μου έγινε σκληρή σαν πέτρα. Δεν ήθελε να δείχνει αδυναμία, ούτε να αφήνει περιθώριο για συναισθηματισμούς.

«Μαμά, έχασα τη δουλειά μου. Δεν έχω πού να πάω. Ο Κώστας είναι το μόνο που έχω…»

«Και τι θες να κάνω εγώ; Να μεγαλώσω εγώ το παιδί σου; Εσύ το διάλεξες αυτόν τον αλήτη τον Γιάννη. Εσύ έμεινες μόνη σου. Εγώ μεγάλωσα δυο παιδιά μόνη μου, αλλά δεν έκλαιγα κάθε μέρα!»

Τα λόγια της ήταν σαν μαχαίρι. Ο Γιάννης… Ο πατέρας του Κώστα. Είχε φύγει πριν καν γεννηθεί το παιδί. Είχα μείνει μόνη, χωρίς δουλειά, χωρίς στήριξη. Μόνο η μάνα μου και ο μικρός.

Τις νύχτες ξαγρυπνούσα δίπλα στο κρεβατάκι του Κώστα και σκεφτόμουν: «Γιατί δεν μπορώ να βρω μια αγκαλιά; Γιατί η ίδια μου η μάνα με διώχνει;»

Η ανεργία στην Ελλάδα είχε χτυπήσει κόκκινο. Στο σούπερ μάρκετ που δούλευα, έκαναν περικοπές μετά τον κορονοϊό. Πρώτα έφυγαν οι πιο νέοι, μετά οι μητέρες με μικρά παιδιά. Εμένα με απέλυσαν μόλις γύρισα από την άδεια μητρότητας.

«Δεν γίνεται αλλιώς, Μαρία», μου είπε ο προϊστάμενος. «Δεν βγαίνουμε…»

Ένιωσα να καταρρέω. Τα ενοίκια ανέβαιναν, οι λογαριασμοί στοιβάζονταν στο τραπέζι της κουζίνας. Η μάνα μου γκρίνιαζε για τα έξοδα, για τα φάρμακά της, για τον θόρυβο που έκανε ο μικρός όταν έκλαιγε.

«Θα μας πεθάνεις όλους εδώ μέσα», φώναζε ένα βράδυ που ο Κώστας είχε πυρετό και δεν σταματούσε να κλαίει.

«Μαμά, είναι άρρωστος! Τι να κάνω;»

«Να πας στο σπίτι σου! Να βρεις τον άντρα σου!»

Αλλά δεν υπήρχε σπίτι. Δεν υπήρχε άντρας.

Τις μέρες περπατούσα στους δρόμους της Νίκαιας με το καρότσι. Έβλεπα άλλες μάνες στα πάρκα να γελάνε με τα παιδιά τους. Ένιωθα ξένη ανάμεσά τους. Στο ΚΕΠ πήγα να ζητήσω βοήθεια – επίδομα ανεργίας, επίδομα παιδιού. Η υπάλληλος με κοίταξε αφ’ υψηλού.

«Πρέπει να φέρετε χαρτιά από τον πατέρα…»

«Δεν υπάρχει πατέρας!»

«Χωρίς χαρτιά δεν γίνεται τίποτα.»

Γύρισα σπίτι με άδεια χέρια και βαριά καρδιά.

Ένα βράδυ, καθώς ο Κώστας κοιμόταν κι εγώ καθόμουν στο μπαλκόνι κοιτώντας τα φώτα της πόλης, ήρθε η μάνα μου δίπλα μου. Για μια στιγμή νόμιζα πως θα μου πει κάτι τρυφερό.

«Μαρία… Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι. Αλλά δεν αντέχω άλλο φασαρία και κλάματα εδώ μέσα.»

«Δηλαδή τι θες να κάνω; Να φύγω στον δρόμο;»

«Δεν ξέρω! Να βρεις μια λύση! Να πας σε καμιά φίλη σου!»

Δεν είχα φίλες πια. Όλες είχαν τις ζωές τους, τις οικογένειές τους. Εγώ ήμουν το «πρόβλημα».

Την επόμενη μέρα πήρα τον Κώστα και πήγα στην εκκλησία της γειτονιάς. Ο παπάς, ο πατήρ Νικόλαος, με άκουσε υπομονετικά.

«Παιδί μου», είπε ήρεμα, «η ζωή είναι δύσκολη για όλους μας τώρα. Αλλά μην χάνεις την πίστη σου. Θα μιλήσω σε κάποιους ανθρώπους.»

Δεν περίμενα θαύματα, αλλά εκείνο το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο.

«Καλησπέρα σας, είμαι η κυρία Σταυρούλα από τον σύλλογο μονογονεϊκών οικογενειών…»

Έτσι ξεκίνησε μια μικρή ελπίδα. Μου βρήκαν μια θέση σε πρόγραμμα σίτισης και βοήθεια για να ψάξω δουλειά. Η μάνα μου όμως συνέχιζε τα ίδια.

«Ντροπή! Να ζητιανεύεις! Εμείς δεν ήμασταν έτσι!»

Ένα βράδυ ξέσπασα.

«Μάνα! Δεν αντέχω άλλο! Θέλω μόνο λίγη αγάπη! Θέλω να νιώσω ότι ανήκω κάπου! Γιατί με διώχνεις; Γιατί δεν μπορείς να αγαπήσεις το εγγόνι σου;»

Η μάνα μου έμεινε σιωπηλή για πρώτη φορά. Τα μάτια της γυάλισαν.

«Δεν ξέρω πώς…» ψιθύρισε τελικά. «Εμένα δεν με αγκάλιασε ποτέ κανείς.»

Και τότε κατάλαβα: η σκληρότητά της ήταν η δική της άμυνα απέναντι στη μοναξιά και τη φτώχεια που είχε ζήσει κι εκείνη μικρή.

Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να μιλήσουμε περισσότερο. Δεν ήταν εύκολο – κάθε κουβέντα ήταν σαν να περπατάς σε τεντωμένο σχοινί. Αλλά ο Κώστας άρχισε να γελάει περισσότερο όταν η γιαγιά του του έδινε ένα μπισκότο ή του χάιδευε τα μαλλιά.

Βρήκα μια δουλειά σε ένα καθαριστήριο στη γειτονιά – λίγα λεφτά, αλλά αρκετά για να νιώσω ότι ξαναπατάω στα πόδια μου.

Η μάνα μου ακόμα γκρινιάζει – «μην αργήσεις», «μην αφήνεις το παιδί μόνο του», «μην ξεχνάς τα φάρμακά μου». Αλλά κάποιες φορές τη βλέπω να κοιτάζει τον Κώστα με μια τρυφερότητα που προσπαθεί να κρύψει.

Σκέφτομαι συχνά: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν σαν εμένα; Πόσες μανάδες μεγαλώνουν παιδιά μέσα στη μοναξιά και την απόρριψη;

Και αναρωτιέμαι: Μπορούμε ποτέ να σπάσουμε τον κύκλο της σκληρότητας; Ή θα συνεχίσουμε να πληγώνουμε ο ένας τον άλλον επειδή κανείς δεν μας έμαθε πώς να αγαπάμε;

Εσείς τι πιστεύετε;