Στα γενέθλια της κόρης μου δεν ήμουν εκεί – Είμαι πραγματικά τόσο κακή μάνα;
«Δεν θέλω να σε δω σήμερα, μαμά. Σε παρακαλώ, μην έρθεις.»
Η φωνή της Μαρίας στο τηλέφωνο ήταν ψυχρή, σχεδόν ξένη. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, σαν να με είχε χτυπήσει κάποιος δυνατά στο στήθος. Ήταν τα γενέθλιά της. Τα τριακοστά πέμπτα. Κι εγώ, η μάνα της, δεν ήμουν καλεσμένη.
Έκλεισα το τηλέφωνο αργά, κρατώντας το ακουστικό στο αυτί μου λίγο παραπάνω, λες και θα άκουγα κάτι ακόμα. Κοίταξα το μικρό διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη – τα παλιά έπιπλα, τις φωτογραφίες στους τοίχους, τα δώρα που της είχα αγοράσει όταν ήταν μικρή. Πάντα της άρεσαν τα βιβλία. Τώρα, όμως, δεν ήξερα καν τι διαβάζει.
«Τι έκανα λάθος;» ψιθύρισα στον εαυτό μου. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;»
Ο άντρας μου, ο Γιώργος, είχε φύγει πριν πέντε χρόνια από καρκίνο. Από τότε όλα άλλαξαν. Η Μαρία απομακρύνθηκε. Εγώ έχασα τη δουλειά μου στο φαρμακείο – περικοπές λόγω κρίσης, είπαν. Τρεις χρονιές τώρα χωρίς δουλειά, με μια σύνταξη που δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Και μια κόρη που με κοιτάει σαν ξένη.
Θυμάμαι όταν ήταν μικρή. Την έπαιρνα από το σχολείο, πηγαίναμε μαζί στην πλατεία, τρώγαμε παγωτό και γελούσαμε. Όταν χώριζαν οι γονείς των φίλων της, μου έλεγε: «Εμείς ποτέ δεν θα τσακωθούμε έτσι, μαμά». Κι όμως…
Το απόγευμα των γενεθλίων της κάθισα μόνη στην κουζίνα. Είχα φτιάξει γαλακτομπούρεκο – το αγαπημένο της. Το σπίτι μύριζε βανίλια και κανέλα, αλλά ήταν άδειο. Άκουγα από το ανοιχτό παράθυρο τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν κάτω. Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τη φίλη μου τη Σοφία.
«Ελένη, μην το παίρνεις τόσο βαριά», μου είπε εκείνη. «Τα παιδιά σήμερα είναι αλλιώς… Θέλουν τον χώρο τους.»
«Ναι, αλλά εγώ είμαι η μάνα της! Πώς γίνεται να μην με θέλει στα γενέθλιά της;»
Η Σοφία σιώπησε για λίγο. «Μήπως έγινε κάτι που δεν θυμάσαι; Μήπως την πίεσες πολύ;»
Άρχισα να σκέφτομαι όλα τα τελευταία χρόνια. Τις φορές που της φώναξα να βρει δουλειά καλύτερη, να μην μπλέκει με τον Κώστα – εκείνον τον άνεργο μουσικό που ποτέ δεν συμπάθησα. Τις φορές που της είπα ότι η ζωή είναι δύσκολη και πρέπει να προσέχει.
Ίσως ήμουν σκληρή μαζί της. Ίσως ήθελα να την προστατεύσω τόσο πολύ που την έπνιξα.
Το βράδυ πήρα θάρρος και της έστειλα μήνυμα: «Χρόνια πολλά, Μαρία μου. Σ’ αγαπώ πολύ.» Δεν απάντησε.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα νωρίς. Πήγα στη λαϊκή να πάρω λίγα φρούτα – τα ροδάκινα ήταν φτηνά αυτή την εποχή. Στην ουρά άκουσα δύο γυναίκες να μιλάνε για τα παιδιά τους: «Η δικιά μου ούτε ένα τηλέφωνο δεν παίρνει», είπε η μία. «Όλες ίδιες είναι…»
Ένιωσα μια παράξενη ανακούφιση – δεν ήμουν μόνη σε αυτόν τον πόνο.
Το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο αδερφός μου ο Μανώλης.
«Τι έχεις πάλι;» με ρώτησε μπαίνοντας.
«Η Μαρία… Δεν με θέλει ούτε στα γενέθλιά της.»
Ο Μανώλης κάθισε απέναντί μου και άναψε τσιγάρο.
«Ελένη, άσε το παιδί να κάνει τη ζωή του. Εσύ έκανες ό,τι μπορούσες.»
«Κι αν δεν ήταν αρκετό; Αν ήμουν κακή μάνα;»
Με κοίταξε στα μάτια. «Δεν υπάρχει τέλεια μάνα. Υπάρχει μόνο αγάπη και λάθη.»
Το βράδυ πήρα το άλμπουμ με τις φωτογραφίες μας. Η Μαρία μικρή στην παραλία, γεμάτη άμμο και γέλια. Η Μαρία στην αποφοίτηση του λυκείου – εγώ δίπλα της περήφανη. Πότε χάθηκε αυτή η οικειότητα;
Τρεις μέρες μετά τα γενέθλιά της χτύπησε το τηλέφωνο.
«Μαμά;»
Η καρδιά μου πήγε να σπάσει.
«Ναι, αγάπη μου;»
«Συγγνώμη που δεν σου απάντησα… Απλά… Ήθελα να περάσω λίγο χρόνο μόνη μου.»
«Σε καταλαβαίνω», ψιθύρισα αν και δεν καταλάβαινα τίποτα.
«Δεν φταις εσύ… Απλά νιώθω πιεσμένη τελευταία. Ο Κώστας έχασε τη δουλειά του, εγώ δουλεύω δύο βάρδιες και… Δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω.»
Έκλαψα σιωπηλά στο ακουστικό.
«Μαρία μου… Εγώ πάντα θα είμαι εδώ για σένα.»
«Το ξέρω, μαμά… Αλλά πρέπει να μάθω να τα βγάζω πέρα μόνη μου.»
Κλείσαμε το τηλέφωνο με μια αμήχανη σιωπή ανάμεσά μας.
Την επόμενη εβδομάδα πήγα στην εκκλησία της γειτονιάς και άναψα ένα κερί για εκείνη – για εμένα – για όλες τις μανάδες που νιώθουν μόνες.
Στο σπίτι κάθισα στο μπαλκόνι και κοίταξα τα φώτα της πόλης. Η Αθήνα ποτέ δεν κοιμάται – όπως κι εγώ τα τελευταία χρόνια.
Σκέφτομαι συχνά: Μήπως τελικά η αγάπη μας πνίγει τους ανθρώπους που αγαπάμε; Μήπως πρέπει να μάθουμε να αφήνουμε τα παιδιά μας να φύγουν;
Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα ήμουν πιο τρυφερή, λιγότερο αυστηρή. Θα της έλεγα πιο συχνά πόσο περήφανη είμαι για εκείνη – όχι μόνο όταν πετυχαίνει αλλά και όταν αποτυγχάνει.
Τώρα μένει μόνο η ελπίδα ότι κάποια μέρα θα ξαναβρούμε η μία την άλλη.
Άραγε υπάρχει τρόπος να επουλωθούν οι πληγές ανάμεσα σε μάνα και κόρη; Ή μήπως κάποιες σιωπές κρατάνε για πάντα;