Η Πείνα της Μαρίας: Μια Ιστορία από τα Πατήσια που Δεν Ξεχνιέται
«Μαμά, γιατί η Μαρία δεν έχει ποτέ φαγητό;» ρώτησα ψιθυριστά ένα βράδυ, ενώ ακούγαμε για άλλη μια φορά φωνές από το διπλανό διαμέρισμα. Η μητέρα μου έσφιξε τα χείλη της και κοίταξε το ταψί με το παστίτσιο που μόλις είχε βγάλει από τον φούρνο. «Δεν είναι όλα τα σπίτια ίδια, Γιάννη μου», απάντησε χαμηλόφωνα, προσπαθώντας να μην ακουστεί από τον πατέρα μου που καθόταν στο σαλόνι και παρακολουθούσε ειδήσεις.
Η πολυκατοικία μας στα Πατήσια ήταν γεμάτη ιστορίες. Όμως η πιο βαριά ήταν αυτή της οικογένειας του κυρίου Στέλιου, της κυρίας Ελένης και της μικρής Μαρίας. Ο κύριος Στέλιος, με το μόνιμα κόκκινο πρόσωπο και τη μυρωδιά του ούζου που τον ακολουθούσε σαν σκιά, φώναζε σχεδόν κάθε βράδυ. Η κυρία Ελένη έβγαινε στο μπαλκόνι με μάτια πρησμένα, ενώ η Μαρία στεκόταν πίσω της, κρατώντας σφιχτά ένα παλιό λούτρινο αρκουδάκι.
«Μαμά, πεινάω…» άκουσα μια μέρα τη Μαρία να λέει στη μητέρα της, όταν συναντηθήκαμε στην είσοδο. Η φωνή της ήταν τόσο αδύναμη που ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η μητέρα μου έσκυψε και της έδωσε ένα κομμάτι τυρόπιτα που είχε φτιάξει το πρωί. «Πάρε, κορίτσι μου. Να φας να δυναμώσεις», της είπε τρυφερά.
Ο πατέρας μου δεν συμφωνούσε με αυτή τη γενναιοδωρία. «Δεν θα λύσουμε εμείς τα προβλήματα όλης της πολυκατοικίας!» έλεγε αυστηρά. «Αν ο Στέλιος δεν μπορεί να ταΐσει το παιδί του, ας κάνει κάτι γι’ αυτό!»
Όμως η μητέρα μου δεν άντεχε να βλέπει τη Μαρία να πεινάει. Κάθε φορά που περίσσευε φαγητό, το έβαζε σε ένα πιάτο και το άφηνε διακριτικά έξω από την πόρτα τους. Μερικές φορές η κυρία Ελένη χτυπούσε την πόρτα μας αργά το βράδυ, με δάκρυα στα μάτια. «Σας ευχαριστώ… Δεν ξέρω τι θα κάναμε χωρίς εσάς», ψιθύριζε.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ μεγάλωνα με αυτές τις εικόνες χαραγμένες στη μνήμη μου. Θυμάμαι μια νύχτα που οι φωνές ήταν πιο δυνατές από ποτέ. Ο κύριος Στέλιος είχε γυρίσει μεθυσμένος και έσπαγε πιάτα. Η Μαρία έκλαιγε και η κυρία Ελένη προσπαθούσε να την προστατέψει. Η μητέρα μου ήθελε να καλέσει την αστυνομία, αλλά ο πατέρας μου την κράτησε πίσω. «Δεν μπλέκεις με τέτοια πράγματα», της είπε αυστηρά.
Την επόμενη μέρα, βρήκα τη Μαρία να κάθεται στα σκαλιά της πολυκατοικίας. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και φορούσε ένα λεπτό μπουφάν, παρόλο που είχε κρύο. Κάθισα δίπλα της χωρίς να μιλήσω. Μετά από λίγο γύρισε και με κοίταξε.
«Θέλω να φύγω από εδώ», μου είπε ξαφνικά. «Να πάω κάπου που δεν θα πεινάω και δεν θα φοβάμαι.»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήμουν μόνο δώδεκα χρονών και ο κόσμος μου περιοριζόταν στα στενά των Πατησίων και στο σχολείο. Όμως εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πόσο διαφορετικές μπορεί να είναι οι ζωές των ανθρώπων που ζουν δίπλα μας.
Οι μέρες περνούσαν και η κατάσταση χειροτέρευε. Ο κύριος Στέλιος έχανε τη δουλειά του συχνά – μια στις οικοδομές, μια σε αποθήκες – αλλά πάντα έβρισκε λεφτά για ποτό. Η κυρία Ελένη προσπαθούσε να βρει καθαρισμούς σε σπίτια, αλλά τα χρήματα δεν έφταναν ποτέ.
Ένα βράδυ, καθώς επέστρεφα από το φροντιστήριο, είδα ασθενοφόρο έξω από την πολυκατοικία μας. Η Μαρία καθόταν στην αγκαλιά της μητέρας μου και έκλαιγε σιωπηλά. Ο κύριος Στέλιος είχε λιποθυμήσει από το ποτό και τον έπαιρναν στο νοσοκομείο.
«Δεν αντέχω άλλο», είπε η κυρία Ελένη στη μητέρα μου. «Θα φύγω. Θα πάρω τη Μαρία και θα φύγουμε.»
Την επόμενη μέρα το διαμέρισμα ήταν άδειο. Η Μαρία δεν ήρθε σχολείο για μέρες. Ρώτησα τη μητέρα μου αν ήξερε πού πήγαν.
«Πήγαν στη θεία τους στη Λαμία», μου είπε ήσυχα. «Ελπίζω να βρουν λίγη ηρεμία εκεί.»
Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ τελείωσα το σχολείο, μπήκα στο πανεπιστήμιο, έφυγα από τα Πατήσια. Όμως η ιστορία της Μαρίας με ακολουθούσε πάντα σαν σκιά. Πώς γίνεται ένα παιδί να πεινάει τόσο πολύ δίπλα σου κι εσύ να μην μπορείς να κάνεις τίποτα; Πώς αντέχει μια μάνα να βλέπει το παιδί της να υποφέρει;
Πριν λίγα χρόνια, γύρισα στη γειτονιά για να δω τους γονείς μου. Περπατώντας έξω από την παλιά πολυκατοικία, είδα μια γυναίκα με ένα μικρό κορίτσι να περνούν απέναντι. Για μια στιγμή νόμιζα πως ήταν η Μαρία – αλλά δεν ήμουν σίγουρος.
Αναρωτιέμαι συχνά: Τι απέγινε η Μαρία; Βρήκε ποτέ την ειρήνη που τόσο λαχταρούσε; Και εμείς οι υπόλοιποι – κάνουμε όντως ό,τι μπορούμε για τους ανθρώπους γύρω μας; Ή απλώς συνηθίζουμε στη δυστυχία;