Σήμερα έδιωξα τον γιο μου και τη νύφη μου από το σπίτι: Είμαι κακή μάνα ή επιτέλους διάλεξα εμένα;
«Μάνα, πάλι θα αρχίσεις; Δεν αντέχεται άλλο αυτή η γκρίνια!» φώναξε ο Μάριος, ο γιος μου, χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. Η Ελένη, η νύφη μου, καθόταν δίπλα του με σταυρωμένα χέρια και βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, τα χέρια μου έτρεμαν. Πόσες φορές είχαμε ζήσει αυτή τη σκηνή; Πόσες φορές είχα καταπιεί τα λόγια μου για να μη χαλάσω το κλίμα;
«Δεν είναι γκρίνια, Μάριε. Είναι το σπίτι μου. Θέλω λίγη ησυχία, λίγη τάξη. Δεν αντέχω άλλο να μαζεύω πίσω σας, να ακούω φωνές κάθε βράδυ, να νιώθω ξένη στο ίδιο μου το σπίτι!» Η φωνή μου έσπασε. Ένιωθα τα μάτια της Ελένης να με καρφώνουν.
«Αν δεν σου αρέσει, να μας το έλεγες νωρίτερα. Εμείς δεν έχουμε πού να πάμε! Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να βρεις σπίτι στην Αθήνα με αυτούς τους μισθούς;» είπε η Ελένη με ειρωνεία.
Ένιωσα ένα κύμα θυμού και ενοχής να με πλημμυρίζει. Θυμήθηκα τα πρώτα χρόνια που ήρθαν να μείνουν μαζί μου – «μέχρι να σταθούν στα πόδια τους», όπως έλεγαν. Πέρασαν έξι χρόνια. Έξι χρόνια που το σπίτι μου γέμισε φωνές, καβγάδες, άπλυτα πιάτα και ξένες μυρωδιές στην κουζίνα. Έξι χρόνια που δεν είχα ποτέ μια στιγμή ησυχίας.
Κάθε πρωί ξυπνούσα πρώτη για να ετοιμάσω καφέ και πρωινό για όλους. Κάθε βράδυ μάζευα τα ρούχα τους από το σαλόνι, έπλενα τα πιάτα τους, άκουγα τα παράπονά τους για τη δουλειά, για τα λεφτά που δεν φτάνουν, για το πόσο δύσκολη είναι η ζωή. Κι εγώ; Ποιος άκουγε εμένα;
«Μάνα, μην κάνεις έτσι. Ξέρεις ότι σε αγαπάμε», είπε ο Μάριος πιο ήρεμα αυτή τη φορά. «Αλλά τι να κάνουμε; Η ζωή είναι δύσκολη. Δεν μπορούμε να φύγουμε τώρα.»
«Και πότε θα μπορέσετε; Όταν γεράσω τελείως; Όταν δεν θα μπορώ ούτε να σηκωθώ από το κρεβάτι;» Η φωνή μου βγήκε πιο δυνατή απ’ όσο περίμενα.
Η Ελένη σηκώθηκε απότομα. «Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση! Κάθε μέρα τα ίδια! Μας κάνεις να νιώθουμε βάρος!»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Ήμουν άραγε τόσο κακή μάνα; Τόσο σκληρή πεθερά; Θυμήθηκα τη δική μου μάνα, τη γιαγιά Σοφία, που πάντα έλεγε: «Η μάνα πρέπει να θυσιάζεται για τα παιδιά της». Μα εγώ δεν άντεχα άλλο.
Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα καθόλου. Άκουγα τις φωνές τους από το διπλανό δωμάτιο – καβγάδιζαν ξανά για τα λεφτά, για τη δουλειά του Μάριου που δεν του άρεσε, για τη μητέρα της Ελένης που «τουλάχιστον δεν ανακατεύεται». Ένιωθα σαν φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Το πρωί πήρα μια βαθιά ανάσα και μπήκα στο δωμάτιό τους. «Θέλω να φύγετε», είπα ήρεμα αλλά αποφασιστικά. «Σας αγαπώ, αλλά δεν αντέχω άλλο. Θέλω πίσω τη ζωή μου.»
Ο Μάριος με κοίταξε σαν να μην πίστευε στα αυτιά του. «Μάνα…»
«Σας δίνω ένα μήνα να βρείτε λύση. Θα σας βοηθήσω όσο μπορώ οικονομικά, αλλά πρέπει να φύγετε.»
Η Ελένη έβαλε τα κλάματα. «Πού θα πάμε; Δεν έχουμε κανέναν άλλον!»
«Θα τα καταφέρετε», είπα με δάκρυα στα μάτια. «Εγώ σας μεγάλωσα για να στέκεστε στα πόδια σας.»
Τις επόμενες μέρες το σπίτι γέμισε σιωπή και βαριά ατμόσφαιρα. Ο Μάριος δεν μου μιλούσε σχεδόν καθόλου. Η Ελένη έκλαιγε συχνά στο μπάνιο. Εγώ ένιωθα ένα βάρος στο στήθος – ενοχή, λύπη, αλλά και μια μικρή σπίθα ελευθερίας.
Οι γείτονες άρχισαν τα σχόλια: «Η Μαρία έδιωξε το παιδί της! Τι μάνα είναι αυτή;» Άλλοι με κοιτούσαν με συμπόνια, άλλοι με καχυποψία. Στο σούπερ μάρκετ ένιωθα τα βλέμματα πάνω μου.
Η αδερφή μου η Κατερίνα ήρθε μια μέρα και με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα. «Μαρία, καλά έκανες! Δεν μπορείς να θυσιάζεσαι μια ζωή! Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να ζουν μόνα τους!»
«Κι αν κάνω λάθος; Αν ο Μάριος δεν μου ξαναμιλήσει ποτέ;»
«Αν σε αγαπάει πραγματικά, θα καταλάβει», είπε και με αγκάλιασε.
Ο μήνας πέρασε βασανιστικά αργά. Ο Μάριος βρήκε τελικά μια μικρή γκαρσονιέρα στον Κολωνό – φτηνή, παλιά, αλλά δική τους. Την τελευταία μέρα πριν φύγουν, μπήκα στο δωμάτιό τους και βρήκα τον Μάριο να κάθεται στο κρεβάτι με σκυμμένο κεφάλι.
«Συγγνώμη αν σε πλήγωσα», του είπα σιγανά.
Σήκωσε το βλέμμα του και είδα δάκρυα στα μάτια του – πρώτη φορά μετά από χρόνια.
«Κι εγώ συγγνώμη, μάνα… Ίσως έπρεπε να φύγουμε νωρίτερα.»
Τον αγκάλιασα σφιχτά. Η Ελένη μπήκε στο δωμάτιο με τα πράγματά της και με κοίταξε αμήχανα.
«Ελένη…» πήγα να πω κάτι, αλλά εκείνη με διέκοψε.
«Θα προσπαθήσουμε…» είπε μόνο και έφυγε.
Το σπίτι άδειασε ξαφνικά – τόσο ήσυχο που πονούσαν τ’ αυτιά μου. Τις πρώτες μέρες ένιωθα σαν χαμένη. Έβαζα δύο πιάτα στο τραπέζι από συνήθεια, περίμενα ν’ ακούσω φωνές από το διάδρομο. Όμως σιγά σιγά άρχισα να βρίσκω τον εαυτό μου ξανά: διάβασα βιβλία που είχα ξεχάσει στη βιβλιοθήκη, πήγα βόλτα στη θάλασσα μόνη μου μετά από χρόνια, κάλεσα φίλες για καφέ χωρίς να ανησυχώ αν θα ενοχλήσω κανέναν.
Κάθε βράδυ όμως αναρωτιέμαι: Είμαι κακή μάνα που διάλεξα τον εαυτό μου; Ή μήπως επιτέλους έμαθα ότι κι εγώ αξίζω λίγη αγάπη και ησυχία;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε να ζείτε μια ζωή για τους άλλους ή θα διαλέγατε τον εαυτό σας;