Το φαγητό με πίστωση: Πώς ο Γιάννης με έμαθε ότι η εμπιστοσύνη έχει το τίμημά της

«Ρε Μιχάλη, σε παρακαλώ, μόνο για σήμερα. Δεν έχω ούτε ένα ευρώ πάνω μου. Θα σου τα δώσω αύριο, στο ορκίζομαι στη μάνα μου!»

Η φωνή του Γιάννη έτρεμε, τα μάτια του απέφευγαν τα δικά μου. Ήμασταν στο διάλειμμα, στην αυλή του εργοστασίου, με τον ήλιο να καίει τα πρόσωπά μας και τον ιδρώτα να κολλάει στα ρούχα. Κοίταξα το ρολόι μου, το στομάχι μου γουργούριζε, αλλά το δικό του βλέμμα ήταν γεμάτο αγωνία. Ήξερα πως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στο σπίτι του, το είχε πει άλλωστε και στους υπόλοιπους. Η γυναίκα του, η Ελένη, είχε μείνει χωρίς δουλειά, τα παιδιά του μεγάλωναν και τα έξοδα έτρεχαν. Εγώ, από την άλλη, ήμουν πάντα ο «βράχος» της ομάδας. Ο εργοδηγός που φρόντιζε να μη λείπει τίποτα σε κανέναν. Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, του έδωσα τα πέντε ευρώ που είχα για το μεσημεριανό μου.

«Πάρε, ρε φίλε. Μην το σκέφτεσαι. Όλοι περνάμε δύσκολα», του είπα και προσπάθησα να χαμογελάσω. Εκείνος με κοίταξε με ευγνωμοσύνη, σχεδόν ντροπή. «Σ’ ευχαριστώ, Μιχάλη. Σου χρωστάω χάρη.»

Το ίδιο βράδυ, γύρισα σπίτι. Η γυναίκα μου, η Μαρία, με περίμενε στην κουζίνα. «Πάλι αργησες. Τι έγινε πάλι στη δουλειά;»

«Τίποτα, μωρέ. Ο Γιάννης ήθελε λίγα λεφτά για φαγητό. Του τα έδωσα.»

Η Μαρία με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που με έκανε να νιώθω μικρός. «Πάλι εσύ θα σώσεις τον κόσμο; Εμείς δεν έχουμε παιδιά; Δεν έχουμε δικά μας έξοδα;»

«Έλα τώρα, δεν είναι έτσι…», προσπάθησα να δικαιολογηθώ, αλλά ήξερα πως είχε δίκιο. Τα λεφτά δεν μας περίσσευαν. Η μικρή μας, η Σοφία, ήθελε καινούρια παπούτσια, ο λογαριασμός της ΔΕΗ είχε έρθει φουσκωμένος. Αλλά πώς να αρνηθώ σε έναν άνθρωπο που βλέπω κάθε μέρα, που δουλεύουμε πλάι-πλάι, που ξέρω τα προβλήματά του;

Την επόμενη μέρα, ο Γιάννης ήρθε με σκυμμένο το κεφάλι. «Μιχάλη, συγγνώμη, δεν τα έχω ακόμα. Μπορώ να σου τα δώσω τη Δευτέρα;»

Έγνεψα καταφατικά, αν και μέσα μου κάτι άρχισε να με τρώει. Δεν ήταν τα πέντε ευρώ. Ήταν η αίσθηση ότι το «αύριο» γινόταν «μεθαύριο» και μετά «τη Δευτέρα». Οι μέρες περνούσαν, ο Γιάννης απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια. Στα διαλείμματα, έβρισκε δικαιολογίες να φύγει νωρίτερα. Οι υπόλοιποι της βάρδιας άρχισαν να ψιθυρίζουν. «Ο Μιχάλης πάλι τον έσωσε…», «Άντε, να δούμε πότε θα τα πάρει πίσω…»

Ένα απόγευμα, καθώς έβγαινα από το εργοστάσιο, τον βρήκα να κάθεται μόνος του στο παγκάκι. «Γιάννη, τι γίνεται;»

«Τίποτα, ρε φίλε. Όλα στραβά πάνε. Η Ελένη τσακώνεται μαζί μου, τα παιδιά ζητάνε πράγματα που δεν μπορώ να τους πάρω. Και τώρα κι εσύ… Σου χρωστάω και ντρέπομαι.»

«Δεν είναι τα λεφτά, ρε Γιάννη. Είναι το ότι δεν μου λες την αλήθεια. Αν δεν μπορείς, πες το. Μη με αποφεύγεις.»

Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε με μάτια βουρκωμένα. «Δεν θέλω να σε χάσω κι εσένα. Είσαι ο μόνος που με στηρίζει εδώ μέσα.»

Γύρισα σπίτι με βαριά καρδιά. Η Μαρία με περίμενε πάλι στην κουζίνα. «Τι έγινε;»

«Τίποτα. Απλά… κουράστηκα να είμαι πάντα ο καλός.»

«Κάποια στιγμή πρέπει να βάλεις όρια, Μιχάλη. Δεν μπορείς να κουβαλάς τα βάρη όλων.»

Τα λόγια της έμειναν να ηχούν στο μυαλό μου. Την επόμενη μέρα, ο Γιάννης δεν ήρθε στη δουλειά. Ο προϊστάμενος με φώναξε στο γραφείο. «Ξέρεις τι έγινε με τον Γιάννη;»

«Όχι, γιατί;»

«Μας πήρε τηλέφωνο η γυναίκα του. Είχε κρίση πανικού, τον βρήκε να κάθεται στο μπαλκόνι, να κοιτάει το κενό. Δεν άντεξε άλλο.»

Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Μήπως φταίω κι εγώ; Μήπως έπρεπε να του μιλήσω αλλιώς; Μήπως το να είσαι «βράχος» σημαίνει να ξέρεις πότε να πεις όχι;

Τις επόμενες μέρες, το εργοστάσιο ήταν πιο ήσυχο. Οι ψίθυροι σταμάτησαν, αλλά η αμηχανία έμεινε. Ο Γιάννης γύρισε μετά από μια βδομάδα. Ήρθε κατευθείαν σε μένα. «Συγγνώμη, Μιχάλη. Δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Απλά… δεν ήξερα πού να στραφώ.»

Τον αγκάλιασα. «Όλοι περνάμε δύσκολα, Γιάννη. Αλλά πρέπει να μιλάμε ανοιχτά. Η εμπιστοσύνη είναι ακριβή. Δεν αγοράζεται με πέντε ευρώ.»

Το βράδυ, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι, σκεφτόμουν όλα όσα έγιναν. Πόσο εύκολα δίνουμε κομμάτια του εαυτού μας, πόσο δύσκολα τα παίρνουμε πίσω. Πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στη βοήθεια και στην εκμετάλλευση, στην κατανόηση και στην προδοσία.

Άραγε, πόσες φορές πρέπει να απογοητευτούμε για να μάθουμε να βάζουμε όρια; Και τελικά, αξίζει να είσαι πάντα ο καλός; Τι λέτε εσείς;